Πέντε ποιήματα του Γιάννη Πλαχούρη



Η διαδρομή

Από το μάτι ως το μάγουλο
είναι μεγάλη απόσταση για ένα δάκρυ.

Πρέπει να πάρει από τη σκέψη
όλο τον πόνο της
και να περάσει
τις βλεφαρίδες μου χωρίς να σπάσει.

Μετά τα πράγματα γίνονται ευκολότερα:
διολίσθηση στο ρούχο επιδερμίδα
και πτώση στο χαρτί

το αποτύπωμα υπογραφή
πως είναι γνήσιο το ποίημα.

 

Κατάθεση πρώτη

δεν φυσάει
καθόλου μέσα μου
και όμως
τα πρόσωπα πέφτουν

 

Παρατηρητής του χιονιού

Πέντε παρά δέκα χειμωνιάτικης νύχτας.

Το χιόνι μεταμόρφωσε το πρόσωπό της.
Καθαρός ουρανός και φεγγάρι στιλβώνουν το άσπρο.

Κάθομαι στην αρχή της εικόνας βέβαιος πως την βλέπω.

Ήρεμοι δρόμοι, έγκυες στέγες, γειτονιά
που οι άκρες της συνεχίζονται στο σκοτάδι.
Δυο σειρές μουσικοί, τρία τύμπανα, ο αυλός, αθέατα κι άηχα,
ένας γκράφιτι πεύκος, όπως χρόνος σε παράσταση ΝΟ.

Τα όνειρά σου
αθόρυβα τρέχουν επάνω στις πευκοβελόνες
χωρίς εσύ να σαλεύεις.

Πού πήγαν οι φωνές;

Αν ξέρεις πες το μου στη γλώσσα των αγαλμάτων
που κατόρθωσαν να χωρέσουν
την Κίνηση και τον Λόγο στην Γαλήνη.

Σπούδασα
με τα κομμάτια του μάρμαρου, που αφαίρεσε ο γλύπτης.
Ο πόνος τους
είναι μεγαλύτερος από τον πόνο της καρδιάς
που είχανε φυλακίσει. Δίνει τις απαντήσεις.

Τι παραπάνω να ζητήσω λοιπόν από τις μορφές
που εγκαταλείπουν τα σώματά τους για να γίνουν δικές μου;
Τι θέλουν τα φιλιά τραβώντας με να πέσω βόγκος στο κρεβάτι;
Τέτοια πόλη δεν θα την ξαναβρώ.
Χίλια φτερά κι ένα κλειδί, σχεδίες,
ψυχή βασίλισσας σαν πούπουλο κύκνου
όλα παραδομένα στη ματιά μου αυτή τη χιονισμένη νύχτα.

Κοιτάζω το δεκάλεπτο που απομένει
για να επιστρέψει το παλιό στο τετράγωνο κάδρο,
μαζί του θα πας,
κραυγούλα χαράς για την ασφάλεια της κορνί¬ζας.

Στο περιθώριο μένω, εκεί
που συναντά η σιωπή τη φωνή της, το ολόκληρο το μισό, το εγώ το Εγώ, το

Μην καλείς, δεν αλλάζω τη θέση.

 

Ο σύντροφος ακροατής

Στεκόμουν κάτω από το υπόστεγο
μ’ έναν άγνωστο αδέσποτο σκύλο.

Έβρεχε.

Μόνο οι δυο μας ακούγαμε
τη μουσική στα πλήκτρα του δρόμου.

 

Στο περιθώριο της αγάπης

Ποτέ δεν της μίλησε.
Αθέατος στο σκοτάδι
μάζευε τους έρωτες που έπεφταν,
όταν χτένιζε την καρδιά της.

[Από τη συλλογή Μάρτυρας ζωής, που θα κυκλοφορήσει στα μέσα Ιουνίου από τις Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος.]

 

Ο Γιάννης Πλαχούρης γεννήθηκε το 1951 στην Αθήνα από πατέρα Ηπειρώτη (Τετράκωμο – Τζουμέρκα) και μάνα Μικρασιάτισσα (Αϊβαλί). Εργάστηκε στη δημοσιογραφία (ημερήσιος και περιοδικός Τύπος, ραδιόφωνο) σε διάφορες θέσεις. Έχει γράψει και δημοσιεύσει από το 1973 μέχρι σήμερα ποίηση, μυθιστόρημα, παραμύθια, Καραγκιόζη, τις σατιρικές Ιστορίες του κυρίου Λαμόγιου, κριτικές προσεγγίσεις. Με τον Δημοσθένη Κορδοπάτη εξέδωσαν από κοινού το ιδιότυπο περιοδικό Κέντρων. Συνεργάτης, κατά καιρούς, σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά (ΚΛΠ, Έρευνα, Εξόπολις, Περίπλους, Index κ.ά.) και ιστοσελίδες (Diastixo, fractal, newstimes). Πέρασε και από τον συνδικαλισμό (ΠΟΕΣΥ, ΕΣΠΗΤ, Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών). Συμμετείχε επίσης στις διοικήσεις διαφόρων πολιτιστικών φορέων (Αετοπούλειο, ΔΕΠΑ Χαλανδρίου, Κέντρο Μικρασιατικού Ελληνισμού Δήμου Νέας Ιωνίας).

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο