«Παράδες» του Γιώργου Μυλωνά



Φωτογραφία: Γιώργος Φερμελετζής

Τι μισό ευρώ; Δώσ’ του τρία του ανθρώπου να πάρει ένα κομμάτι ψωμί. Δεν τονε βλέπεις που ’χει μαζέψει από την αδυναμία; Και τι έγινε αν λέει ψέματα πως είναι άρρωστος; Για να ζητιανεύει, κάποια ανάγκη θα ’χει.

Γιώργη, πρόσεξέ με. Τα λεφτά θα τα σκορπάς. Κι αν δεν έχεις πού να τα σκορπίσεις, θα τα δίνεις στους φτωχούς, αλλιώς θα καταλήξεις σαν τον Ασλάνη. Τι ποιον Ασλάνη; Δεν ξέρεις τον συγχωριανό του παππού σου από τους Ψαράδες; Ε, άκου, λοιπόν και θα καταλάβεις.

Τη Φλώρινα, που λες, την τσάκισε ο Εμφύλιος. Της πήρε τουλάχιστον τρεις δεκαετίες να ορθοποδήσει. Το Βροντερό, το Αντάρτικο, οι Ψαράδες και τα άλλα χωριά στα σύνορα ζορίστηκαν ακόμα περισσότερο, αφού χωρίζονταν με φυλάκια από τον υπόλοιπο νομό. Για να περάσεις μετά τη δύση του ηλίου έδειχνες τα χαρτιά σου στον φύλακα και, άμα του άρεσαν τα μούτρα σου, σου ’δινε ειδική άδεια.

Ο Ασλάνης, που σου ’λεγα, όπως σχεδόν όλοι οι συγχωριανοί του, ήταν ψαράς. Έβγαινε μέρα παρά μέρα λίγο πριν το χάραμα με τη βάρκα του στη Μεγάλη Πρέσπα και γυρνούσε άμα σκοτείνιαζε. Στα δίχτυα του, όμως, είχε το πολύ δυο-τρεις πέστροφες κι ένα γριβάδι, ενώ οι υπόλοιποι στη μισή ώρα πιάναν τα τριπλά. Τι διάολο έκανε τόσες ώρες στο νερό, κανείς δεν καταλάβαινε. Άλλοι λέγαν πως είχε τρύπια δίχτυα κι άλλοι πως ήταν απλώς τεμπέλης. Το μυστήριο βάλθηκε να λύσει μια νύχτα με πανσέληνο ο παππούς σου.

Η λίμνη ήταν, λέει, λάδι και το φεγγάρι φώτιζε τόσο που πάνω της αντανακλούσαν οι χιονισμένες βουνοκορφές. Έτσι, ο παππούς σου δε δυσκολεύτηκε ν’ ακολουθήσει τον Ασλάνη. Είχε πεισμώσει να μάθει τι έκανε τόσες ώρες στο νερό. Τον κρατούσε σ’ απόσταση τέτοια που να μην του κινήσει υποψίες, κι όταν ο Ασλάνης έριξε τα δίχτυα του, τον μιμήθηκε. Οι ώρες περνούσαν και καθώς το φεγγάρι χανόταν, άρχιζε να φυσά βοριάς κι η λίμνη να χάνει την ηρεμία της. Όταν ο ήλιος ξεπρόβαλε κιτρινιάρης από τα βουνά, τα κύματα είχαν μεγαλώσει τόσο που ο παππούς σου κρατιόταν με το ζόρι όρθιος. Είχε έρθει η ώρα να γυρίσει πίσω. Έλα, όμως, που δεν το κουνούσε, αν δεν έκανε κίνηση πρώτος ο Ασλάνης.

Για καλή του τύχη, λίγο αργότερα ο Ασλάνης άρχισε να μαζεύει τα δίχτυα. Έδειχνε να τα τραβά με κόπο. Πολύ περισσότερο απ’ όσο δικαιολογούσαν οι τζούφιες ψαριές του. Ο παππούς σου δεν μπορούσε να δει, λόγω απόστασης, πόσα ψάρια είχε πιάσει. Πάντως, τα δίχτυα του όχι μόνο δεν ήταν σκισμένα, αλλά μοιάζαν με παραγεμισμένο μπόγο με ρούχα. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. Ήταν η τυχερή μέρα του Ασλάνη ή τόσο καιρό τούς κορόιδευε; Η απορία λύθηκε όταν ο Ασλάνης άρχισε κουπί. Με κατεύθυνση όχι, όμως, προς τους Ψαράδες, αλλά τα Σκόπια.

Δεν ήταν ο πρώτος που πουλούσε ψάρια πέρα από τα σύνορα. Πολλοί συγχωριανοί του το έκαναν, αφού δεν μπορούσαν να κατέβουν στη Φλώρινα. Ωστόσο, ο Ασλάνης ήταν ο μόνος που δεν το μολογούσε κι ο μόνος που έμοιαζε να μην έχει ποτέ λεφτά. Τα βράδια που γυρνούσε στους Ψαράδες, ξεφόρτωνε από τη βάρκα του ένα τελάρο με την κλασική κουτσουρεμένη ψαριά. Πήγαινε στο καφενείο, καθόταν στην αγαπημένη του γωνιά και παράγγελνε μια πορτοκαλάδα, ενώ οι υπόλοιποι ψαράδες πίναν τσίπουρα και τρώγαν μεζέδες.

Οι γονείς του είχαν πεθάνει στον Εμφύλιο. Παιδιά σκυλιά δεν είχε, φορούσε τα ίδια ρούχα χειμώνα καλοκαίρι και τα παπούτσια του έχασκαν τόσο που φαίνονταν τα δάχτυλά του. Πού ξόδευε τα λεφτά από τα ψάρια τόσα χρόνια, δεν μπορούσε να καταλάβει ο παππούς σου.

Από την πανσέληνο, λοιπόν, και μετά παρακολουθούσε τον Ασλάνη και στη στεριά. Παραφύλαγε να δει καμιά παράξενη συνήθεια, ν’ ακούσει καμιά κρυφή κουβέντα, μπας και βγάλει άκρη. Παρόλο που ο Ασλάνης είχε πάρει χαμπάρι τον παππού σου, συνέχιζε ατάραχος την καθημερινότητά του, αφού είχε το μυστικό του καλά κρυμμένο.

Στην επόμενη πανσέληνο δεν έπαιρνε ο ύπνος τον παππού σου. Αφού στριφογύρισε στο κρεβάτι για ώρα, πήγε στο παράθυρο να χαζέψει το φεγγάρι. Ήταν μεσάνυχτα και δεν υπήρχε ψυχή ξύπνια στο χωριό. Εκεί που άρχισε να χασμουριέται κι ετοιμαζόταν να ξαπλώσει ξανά, βλέπει τον Ασλάνη μ’ ένα τελάρο ν’ ανηφορίζει το δρόμο προς το Ρότι. Το ακρωτήρι που βλέπεις τα καλοκαίρια το Τριεθνές.

Ο παππούς σου δεν χάνει την ευκαιρία. Ρίχνει πάνω του το παλτό και τον παίρνει από πίσω. Τον ακολουθεί από απόσταση ασφαλείας, όπως τότε με τη βάρκα. Στο τέλος του χωματόδρομου, ο Ασλάνης μπαίνει στο δάσος των αρκεύθων. Καμιά πεντακοσαριά μέτρα πιο πέρα, σκύβει κάτω από ένα δέντρο κι αρχίζει να σκάβει με τα χέρια. Αφού τελειώνει, σκουπίζεται στο παλτό του και βγάζει ένα ένα τα πράγματα που έχει μέσα στο τελάρο. Τα χαϊδεύει, τα φιλάει και τ’ ακουμπά με προσοχή που αφήνεις ένα μωρό στην κούνια, στο χώμα. Άμα άδειασε το τελάρο, έκλεισε την τρύπα, σταύρωσε το χώμα, κοίταξε γύρω του μην τον παρακολουθεί κανείς και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.

Του παππού σου, που ήταν κρυμμένος σ’ έναν βράχο δέκα μέτρα παραπέρα, κόντεψε να του ’ρθει νταμπλάς. Είχε καταλάβει τι ταχτάριζε ο Ασλάνης κάτω από την πανσέληνο, αλλά άμα δεν το έβλεπε με τα μάτια του δε θα το πίστευε. Όταν συνήλθε, πήγε στο δέντρο του Ασλάνη κι είδε στον κορμό του χαραγμένο ένα άλφα. Άρχισε να σκάβει κι αντίκρισε αυτό που υποψιαζόταν. Κάτω από το δέντρο υπήρχαν εκατοντάδες μασούρια με νομίσματα. Τα νομίσματα που φύλαγε ο σπαγγοραμμένος ο Ασλάνης από τα ψάρια που πουλούσε.

Έτσι λύθηκε το μυστήριο. Οι τόσες ώρες στην Πρέσπα, οι τζούφιες ψαριές, οι πορτοκαλάδες, τα σκισμένα παπούτσια. Ο Ασλάνης είχε πάθος με τους παράδες. Ο παππούς σου σταμάτησε να τον παρακολουθεί για να μην του κινήσει υποψίες πως τον είχε καταλάβει κι επέστρεψε στην καθημερινότητά του. Το ίδιο και ο Ασλάνης. Τουλάχιστον για δυο-τρία χρόνια ακόμα, μέχρι που έπαθε το χουνέρι.

Ήταν Αύγουστος του ’73 κι ο Ασλάνης έπινε την πορτοκαλάδα του στο καφενείο. Είχε αρχίσει να νυχτώνει, όταν το δάσος των αρκεύθων πήρε φωτιά. Από τη στιγμή που ο πρώτος χωριανός φώναξε «φωτιά» μέχρι να σηκωθούν όλοι από τις καρέκλες, το δάσος είχε λαμπαδιάσει.

Όλοι πήγαν στα σπίτια τους να βρουν κουβάδες να τους γεμίσουν νερό, μπας και τη σβήσουν. Όλοι εκτός από τον Ασλάνη, ο οποίος μόλις πήρε χαμπάρι τι γινόταν έτρεξε σαν τον δαίμονα προς το δάσος. Αν καιγόταν το δέντρο που είχε σημαδέψει, πώς θα μπορούσε να βρει τα λεφτά του…

Ώρες αργότερα, όταν τα πυροσβεστικά από τη Φλώρινα έσβησαν τη φωτιά, το μισό δάσος είχε γίνει στάχτη κι ο Ασλάνης είχε σωθεί σαν από θαύμα. Ο παππούς σου, που είχε καταλάβει τι πήγαινε να κάνει, τον ακολούθησε και τον βρήκε λιπόθυμο στην αρχή του δάσους. Πρόλαβε να τον σύρει έξω και να τον σώσει πριν καεί. Τουλάχιστον το σώμα του, γιατί από εκείνη τη νύχτα και μετά οι φλόγες έκαψαν μια και καλή τα λογικά του. Κλείστηκε στο σπίτι κι έβγαινε μόνο κάθε πανσέληνο. Όταν όλο το χωριό είχε πέσει πια για ύπνο, ανέβαινε τον χωματόδρομο και έπαιρνε το μονοπάτι που οδηγούσε στο δάσος των αρκεύθων.

Την πρώτη φορά που άκουσα την ιστορία, σκέφτηκα πως ο Ασλάνης έπαιρνε ένα φτυάρι κι έσκαβε το δάσος μέχρι να βρει τα λεφτά. Όχι, όμως, μου ’χε πει ο παππούς σου. Μόλις συναντούσε τα πρώτα αποκαΐδια, κουκούβιζε. Έπιανε μια χούφτα χώμα και την έχωνε στο στόμα. Την αναμασούσε αργά σαν αγελάδα και μόλις έβλεπε πως δεν είχε κέρματα, την έφτυνε κι άντε πάλι την αρχή. Μασούσε κι έφτυνε τόσο χώμα κάθε πανσέληνο, που το πρωί το μέρος έμοιαζε λες και το ’χαν οργώσει με αλέτρι. Μόνο που το σκέφτομαι με πιάνει σύγκρυο.

Αυτό το βιολί κράτησε μήνες, ώσπου ένα χειμωνιάτικο πρωινό βρήκαν τον Ασλάνη τ’ ανάσκελα στο μονοπάτι. Οι χωριανοί λένε πως σταμάτησε η καρδιά του από το κρύο και πέθανε. Ο παππούς σου, όμως, ακόμη και σήμερα, λέει πως εκεί που αναμασούσε το χώμα, θα συνάντησε κανένα νόμισμα. Από τη χαρά του θα το κατάπιε και θα του ’κατσε στον λαιμό.

Γι’ αυτό σου λέω, Γιώργη. Για να μην την πάθεις σαν τον Ασλάνη, τα λεφτά θα τα σκορπάς. Να, πάρε και τρία ευρώ από μένα και δώσ’ του τα του ανθρώπου, γιατί μόνο που τα βαστάω έτσι παγωμένα, ανατριχιάζω σύγκορμος.

 

Ο Γιώργος Μυλωνάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1984. Σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Καποδιστριακό. Εργάζεται σε έντυπα και online μέσα ως δημοσιογράφος.

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο