«Παρένθετο» της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη



«Είμαι ολόκληρος μια αόριστη νοσταλγία, ούτε του παρελθόντος ούτε και του μέλλοντος: Είμαι μια νοσταλγία του παρόντος ανώνυμη, εκτενής, ακατανόητη.»
Φερνάντο Πεσόα, Το βιβλίο της ανησυχίας

Η Ελπίδα βγήκε από το πατρικό κρατώντας στο χέρι μερικά κεριά τυλιγμένα σε μεταλλικό χαρτί. Ξεκίνησε για τα μνήματα. Της τα έδωσε η αδερφή της η Μέλπω. Δικό της πλέον το σπίτι. Τις κάλεσε για τα κούλουμα. Το βραδάκι θα ερχόταν και η Πάτρα. Την επομένη, Καθαρά Δευτέρα, θα γευμάτιζαν όλοι μαζί. Περπατούσε στον κεντρικό δρόμο του γενέθλιου τόπου με τα κεριά στο χέρι. Εικόνες από τα παιδικά χρόνια ξεπρόβαλλαν απρόσκλητες κι ύστερα χάνονταν, για να δώσουν τη θέση τους σε μεταγενέστερες. Τα παιχνίδια στη γειτονιά, τα νιάτα, οι έρωτες, οι σπουδές, η δουλειά, οι αγωνίες, οι γάμοι, τα παιδιά. Κι ενδιάμεσα, πάντα επιστροφές στη βάση. Η Ευδοκία δεν θα ερχόταν. Περίμεναν την κόρη της να γεννήσει. Τελικά, όχι μόνο έγινε μητέρα η Ευδοκία, αλλά σε λίγο θα γινόταν και γιαγιά.

Οι συνειρμοί της την πήγαν πολλά χρόνια πίσω. Της είχε τηλεφωνήσει η Ευδοκία. Δεν ακουγόταν καλά. Της είπε πως θα περνούσε από το σπίτι να τους δει. Με το που μπήκε, είπε ότι ήταν χάλια. Το θέμα της υγείας την είχε καταβάλει. Μετά τον καφέ, μπήκε στο παιδικό δωμάτιο. Την ακολούθησε και η Ελπίδα. Στάθηκε όρθια μπροστά στην κούνια κοιτάζοντας θλιμμένη το παιδί που κοιμόταν. «Όσο σκέφτομαι ότι δεν θα μπορέσω να του κάνω παιδί, τρελαίνομαι. Νομίζω πως εγώ θα μπορούσα να το αντέξω, εκείνος όμως το επιθυμεί τόσο πολύ. Πονάει το σώμα μου όσο σκέφτομαι ότι δε θα μπορέσω ποτέ να του δώσω τη χαρά να γίνει πατέρας», είπε συντετριμμένη. Πώς την είχε αιφνιδιάσει με την ερώτηση που της έκανε: «Ελπίδα, θέλεις να μας βοηθήσεις, να γίνεις για μας παρένθετη μητέρα;» Της είχε έρθει νταμπλάς. Παρά το ξάφνιασμα, βγήκε αυθόρμητα από το στόμα της η απάντηση με ένα κάθετο όχι.

Περπατώντας, απορούσε με την άμεση και κάθετη απάντηση που είχε δώσει. Το θέμα της παρένθετης μητέρας ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Εκείνο το διάστημα συζητιόταν πολύ. Υπήρχαν πολλά ερωτήματα, όπως και παράπλευρα προβλήματα. Η Ελπίδα απάντησε χωρίς να σκεφτεί. Διαισθητικά. Δεν το χωρούσε ο νους της να κάνει σχετικές νοητικές διεργασίες. Η Ευδοκία δεν είχε πει τίποτε. Μόνο την κοίταξε φευγαλέα, θλιμμένη. Πότε πότε σκεφτόταν ότι τότε την είχε απογοητεύσει την αδερφή της. Ότι δεν είχε επιδείξει την ελάχιστη ενσυναίσθηση. Σαν να μην είχε καμιά συμπόνια. Όμως ήξερε. Το ένιωθε μέσα της πως δεν μπορούσε να το κάνει. Κάθε φορά που αναρωτιόταν για τη στάση της, αμέσως απωθούσε το θέμα ή το έκλεινε βιαστικά και κάθετα, όπως την απάντηση που είχε δώσει. Δεν θα μπορούσε με τίποτε και για κανέναν να γεννήσει παιδί και να το αφήσει. Ακόμα και στην αδερφή. Και μετά να το διεκδικούν κι οι δυο, και το παιδί ανάμεσα. Και μπέρδεμα ρόλων και… Τέρμα, δεν μπορούσε. Αυτό ήταν όλο και τίποτε άλλο. Πού τα θυμήθηκε ύστερα από τόσα χρόνια; Γιατί της ήρθαν πάλι στον νου;

Μπήκε στο κοιμητήριο. Σπάνια πήγαινε εκεί. Ήταν των Ψυχών και είπε να πάει κι αυτή να ανάψει ένα κεράκι, όπως κάνει ο κόσμος. Δυσκολεύτηκε. Φυσούσε, και τα κεριά έσβηναν αμέσως. Στάθηκε για λίγο μπροστά στον οικογενειακό τάφο. Η μάνα και ο μπαμπάς και από κάτω, στη μέση, η γιαγιά. Την είχαν ανάμεσα και στον τάφο. Η μάνα και η γιαγιά. Η μάνα. Η παρένθετη. Κι ας μην υπήρχε ακόμη ο θεσμός της παρένθετης μητέρας. Η μάνα είχε σχεδόν παραιτηθεί από τον μητρικό ρόλο. Άφησε τη γιαγιά να τον υφαρπάξει. Μπορεί και να της τον είχε παραχωρήσει. Ήταν τόσο κουρασμένη η μάνα. Άλλωστε, είχε αρκετά παιδιά. Ας της παραχωρούσε ένα. Ποιος ξέρει, μπορεί να το είχε κάνει με την ελπίδα ανακωχής ανάμεσά τους. Μπορεί να κατεύναζε την ανταγωνιστικότητα της γιαγιάς και να την άφηνε στην ησυχία της. Η γιαγιά στον ρόλο της τροφού και της μάνας. Νήπιο, της μασούσε στραγάλια και της τα έδινε στο στόμα. Την έπαιρνε στο κρεβάτι της. Καθημερινά την έπαιρνε τσούσα[1] και διέσχιζαν τον απέραντο δρόμο από το σπίτι μέχρι το καφεπαντοπωλείο του μπαμπά. Την είχε μαζί της, ενώ τον βοηθούσε με τους καφέδες και τα πιάτα. Ενδεχομένως οι τρεις τους να είχαν τη δική τους οικογένεια στο φαντασιακό της γιαγιάς. Οικογένεια στην οικογένεια. Παραφυάδα. Ένα μικρό υποσύστημα. Ένα απόστημα. Μια ζωή, μάνα και γιαγιά να διεκδικούν τον μπαμπά και η ίδια κόκκινο πανί και καταλύτης ανάμεσά τους. Μικρό μήλο της έριδας. Να γίνεται η αφορμή των διενέξεων και των ομηρικών καβγάδων τους. Η μια να γίνεται επιθετική απέναντί της και η άλλη να μάχεται να την ενοχοποιήσει στα μάτια του μπαμπά.

Πάντα της έλεγαν πως αυτή ήταν της γιαγιάς. Η ίδια η Ελπίδα δεν ήξερε πια ποιανής ήταν. Δεν ήξερε αν ήθελε να είναι κάποιας. Δεν ήξερε ποια ήταν ακριβώς στις ζωές τους και, το χειρότερο, ποια ήταν και τι σήμαινε για τον εαυτό της. Αναρωτιόταν πολλές φορές αν ήταν απλώς και μόνο ένα παρένθετο ανάμεσα στις δυο. Παρένθετο, όπως η παρένθετη μήτρα της μάνας που την κυοφόρησε και τη γέννησε. Παρένθετο. Ένιωσε κι αυτή το σώμα να πονά. Με δυσκολία στεκόταν όρθια.

Κάθισε σ’ ένα πεζούλι. Τελικά, πέρασε τα παιδικά και νεανικά της χρόνια χωρίς να γνωρίζει ακριβώς αν πράγματι ήταν σημαντική για κάποια από τις δυο. Διαισθανόταν πως υπήρχε κάτι άγνωρο, που θα ήθελε απεγνωσμένα να το είχε γευτεί. Κάτι που ποτέ δεν της το είχαν προσφέρει ούτε η μια, ούτε η άλλη. Ούτε κι η ίδια στον εαυτό της μάλλον.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
[1]Τσούσα: στη ράχη.

[Από την υπό έκδοση συλλογή διηγημάτων Ο τόπος μέσα μας, Εκδόσεις Αρμός]

 

Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη είναι κλινικός ψυχολόγος (Msc) Πανεπιστημίου Ουψάλα Σουηδίας. Μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: Λιγοστεύουν οι λέξεις (Μελάνι, 2017), Διαδρομές (Γαβριηλίδης, 2015), Συναισθηματικό αλφαβητάρι (University Studio Press, 2009), Ο Δρόμος (Δήμος Σερρών, 2006). Μετάφραση: Δέρμα από πεταλούδες – Επιλογές σουηδικής ποίησης (Ιntellectum, 2018). Ποιήματα, μεταφράσεις, διηγήματα και κριτικές αναγνώσεις της δημοσιεύονται σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο