Πασχάλης Κατσίκας: «Τεταρτημόρια» και «Ρετάλια»



Γεννημένος το 1971, ο Πασχάλης Κατσίκας εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο Τεταρτημόρια το 2019, για να ακολουθήσουν το 2020 τα Ρετάλια, η δεύτερή του συλλογή, κι ενώ ο ποιητής βρίσκεται ήδη σε ώριμη ηλικία. Η όψιμη εμφάνιση του Κατσίκα στα γράμματα αποτυπώνει την κατακτημένη γνώση του συγγραφέα στην ενεργοποίηση ποιητικών τρόπων στη γραφή του, παράλληλα όμως αποδεικνύει τις προσλαμβάνουσες του λογοτέχνη σε διαρκή εγρήγορση, καθώς η προϋπάρχουσα γνώση αφήνεται να ζυμωθεί από εσωτερικές διεργασίες και να οδηγήσει στην εξέλιξη της γραφής.

Ο Κατσίκας καθιστά εξαρχής σαφές με τα Τεταρτημόρια ότι ποιητική γλώσσα για τον ίδιο είναι πρωτίστως η μεταφορική. Τα σώματα του ερωτικού ζεύγους ιονίζονται, πυρακτώνονται κι εκρήγνυνται, σε έκρηξη παραλληλιζόμενη με τις διαδικασίες του σύμπαντος που γεννούν «γαλαξίες και άστρα στο big bang» τους. Τα συμπτώματα της ζήλιας ανάγονται στις οργανικές εκδηλώσεις των καρδιαγγειακών ασθενειών. Οι σωματικοί νευρώνες αντιστοιχίζονται στα πλαστικά κλωνιά του χριστουγεννιάτικου έλατου, την ώρα που ο ήρωας, στην ανάμνηση του απόντος αγαπημένου προσώπου, βραχυκυκλώνει σαν τα λαμπάκια του έλατου, γίνεται ηχείο που νεκρώνει από την απουσία κι αδυνατεί να ουρλιάξει, εκφράζοντας την έσω οδύνη. Κι ίσως κάπως έτσι καταλήγει: «Ολάκερη η ζωή μια εξόδιος ακολουθία».

Ο μεταφορικός λόγος του Κατσίκα χρωματίζεται από εικόνες που τον υπηρετούν στο ίδιο πνεύμα. Η ερωτική «Ψαύσις» του κορμιού, στο ομότιτλο ποίημα, διέρχεται από «χαράδρες» και «ηφαίστεια», που απεικονίζουν τα τοπία του γυναικείου ανάγλυφου. Οι μεταφορικές εικόνες του Κατσίκα αξιοποιούν μια ποικιλία αποτυπώσεων, οι οποίες μεταχειρίζονται την επιστημονική και την καλλιτεχνική γνώση από τομείς του επιστητού όπως η αστρονομία, η βιολογία, η ιατρική, η ιστορία, η μυθολογία, ακόμη και η θεολογία, αλλά και η ζωγραφική, η αρχιτεκτονική ή η μουσική, και οδηγούν, διά των παραλληλισμών που επιχειρούν, στο στοχαστικό σχόλιο του ποιητή.

Η στοχαστική ποίηση του Κατσίκα δομείται σε δύο βασικούς πυλώνες: τον έρωτα και τον θάνατο. Η δύναμη του έρωτα μπορεί ακόμα και τη μητρική αγάπη να τη θέσει σε δεύτερη μοίρα, ενώ απεκδύει και τα παιδικά παιχνίδια από την αθωότητά τους. Η επικίνδυνη αυτή ισορροπία συναντά την απειλή της φθοράς, τον ίδιο τον θάνατο: «Χαίρομαι/ που ήρθε η ώρα να με θρηνήσουν», διατείνεται ο ποιητής, ενισχύοντας τα λεγόμενά του μ’ ένα θεολογικό «τετέλεσται». Όταν όμως, παράλληλα, εντάσσει τη ρήση του Χριστού στο δίπολο «Ατελής ή τετέλεσται;», συσχετίζει τη φθορά όχι με την άρνηση του αριστοτελικού «τέλους», δηλαδή του σκοπού της ολοκληρωμένης δημιουργίας, αλλά με την άρνηση του τέλους που δηλώνει τον τερματισμό. Με τον τρόπο αυτό, ο χωρισμένος σε «τεταρτημόρια» κύκλος συνθέτει τις ψηφίδες του αποδεχόμενος τη δημιουργία και διεκδικώντας τη ζωή.

Το διαρκές αλισβερίσι έρωτα-θανάτου συνεχίζει να απασχολεί τον Κατσίκα και στη δεύτερή του συλλογή, τα Ρετάλια. Στο ποίημα «Στο παζάρι της Ξάνθης», η ζωική ορμή της προμήθειας βιοτικών αγαθών συναντά τα ενδύματα που προορίζονται για τους νεκρούς. Ενόσω οι πωλητές διαλαλούν την τιμή της πραμάτειας τους στην τουρκική γλώσσα («μπιρ ευρώ», δηλαδή ένα ευρώ, ή «ικί ευρώ», δηλαδή δύο ευρώ κ.ο.κ.), ο ποιητής βρίσκει την ευκαιρία να «αρπάξει» τα «μπες (=πέντε) ευρώ» και να τα μετατρέψει στην προστακτική του ρήματος «μπαίνω» της ελληνικής γλώσσας, διά της οποίας η σάρκα θάβεται, ολοκληρώνοντας τον κύκλο της «από τη γέννηση στην/ αποσύνθεση με αποφόρια», «ώσπου να πεις μπες»!

Η στοχαστική ποίηση του Κατσίκα δομείται σε δύο βασικούς πυλώνες: τον έρωτα και τον θάνατο.

Την ώρα που τα ρετάλια συνθέτονται για να δημιουργήσουν το σάβανο του νεκρού, το ποιητικό υποκείμενο μεταβαίνει από την οδύνη για την απώλεια του πατέρα στην αγωνία για την έγκαιρη προετοιμασία του παιδιού, ώστε αυτό να μπορεί να την αντιμετωπίσει όταν έρθει η σειρά του δικού του πατέρα. «Πρέπει να σου μιλήσω για το Ωμέγα/ Να μη φοβάσαι/ όταν σε αφήσω». Το σχόλιο του Κατσίκα καθίσταται πολυεπίπεδο, με τη μετάβαση από τον λόγο για τον θάνατο στη γλώσσα που συνθέτει ποίηση. Το «Ωμέγα» του ποιητή ακολουθεί πια την αντίστροφη πορεία από τη μεταφορά προς την κυριολεξία. Παύει να δηλώνει το τέλος, ως το τελευταίο γράμμα του αλφάβητου, και χρησιμοποιείται πια στην κυριολεξία του ως γράμμα που συνθέτει λέξεις. Οι λέξεις και τα σημεία στίξης παράγουν λόγο, αλλά η διαρκής μετακύλιση του αέναου κύκλου ζωής-θανάτου από τη φθορά στην αναγέννηση κι αντίστροφα βρίσκει ένα σημείο στίξης, το θαυμαστικό, να οριζοντιώνεται και να μετατρέπεται σε «τελεία και παύλα»!

Σ’ αυτόν τον ατελεύτητο κύκλο, το τέλος για τον Κατσίκα καθίσταται εντέλει και φορέας αισιοδοξίας. «Σε κάθε φωτογραφία/ βλέπω το τέλος μου/ σαν ατενίζουν με νοσταλγία/ όλοι αυτοί το παρελθόν». Πίσω από το τέλος παραφυλάει η μνήμη, η ανάμνηση του αποδημήσαντος, η οποία δεν σβήνει, και με τη νοσταλγία της τον διατηρεί στη «ζωή». Γι’ αυτό ακόμη και ο θάνατος εμπεριέχει ομορφιά: «Τώρα κατάλαβα/ πως τίποτε δεν ομορφαίνει/ χωρίς τον Θάνατο»· γιατί ο θάνατος, ξυπνώντας αναμνήσεις, τις ενδύει με πέπλο τρυφερότητας, εξαγνίζοντας τους απόντες κι αναδεικνύοντας, διά της απουσίας, την αξία τους. Η ίδια αγνότητα αντικατοπτρίζεται στον τίμιο μόχθο της μάνας, η ανάμνηση του οποίου την καθαγιάζει. Παράλληλα, μαζί με τα πρόσωπα ανασυντίθενται ολόκληρες εποχές, οι οποίες, παρόλο που ’χουν παρέλθει ανεπιστρεπτί, είναι φορείς των χρωμάτων και των αρωμάτων τους, οσμών και γεύσεων του θρακιώτικου περιβάλλοντος: «Πότε πεθάναμε/ μαζί με τις βυσσινιές στα πεζοδρόμια/ δεν καταλάβαμε».

Η μετάβαση του Κατσίκα από την πρώτη του στη δεύτερη συλλογή τείνει να αναδείξει έναν ποιητικό σχεδιασμό που αφορά την εναλλαγή ζωής και θανάτου σ’ έναν αέναο κύκλο, μ’ όλα τα γυρίσματά του –πρβλ. τον εναρκτήριο στίχο από τον Ερωτόκριτο του Βιτσέντζου Κορνάρου: «Του κύκλου τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνουν»– μα και τις ψυχολογικές μεταπτώσεις του: «ανακυκλώσιμοι θα ζούμε/ […] / χωρίς παράδεισο και κόλαση». Ο πλούσιος μεταφορικός pkatsλόγος του ποιητή διαγράφει, παράλληλα με τα νοήματα που εκφέρει, τον δικό του κύκλο από τη λυρική έκφραση της πρώτης συλλογής σε μία πιο προωθημένη δραστικότητα της αμεσότητας στη δεύτερη. Ας σημειωθεί τέλος ότι οι δύο συλλογές συνοδεύονται από ερμηνευτικά κείμενα: της Ελισάβετ Αρσενίου η πρώτη και του Αντώνη Χαριστού η δεύτερη. Τα ίδια τα ποιήματα επιβεβαιώνουν πλήρως την εκτίμηση της Αρσενίου πως ποιήματα όπως αυτά του Πασχάλη Κατσίκα «γράφονται μέσα μας, στη λυρική αποθήκη του αρχετυπικού μας βίου».

Ο Γιάννης Στρούμπας είναι φιλόλογος και συγγραφέας.

 

Τεταρτημόρια
Πασχάλης Κατσίκας
Παρατηρητής της Θράκης
σ. 80
ISBN: 978-618-5001-44-5
Τιμή: 8,00€
001 patakis eshop

 

Ρετάλια
Πασχάλης Κατσίκας
Γράφημα
σ. 62
ISBN: 978-618-5494-11-7
Τιμή: 7,00€
001 patakis eshop

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο