«Πεζογραφία και εξουσία στη νεότερη Ελλάδα»



Ο Κωνσταντίνος Δημάδης, καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στα Πανεπιστήμια Χρόνιγκεν και Freie Universität και πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών, με τη δεύτερη έκδοση του βιβλίου Πεζογραφία και εξουσία στη νεότερη Ελλάδα (Εκδόσεις Αρμός, 2018) εμβαθύνει στο κύριο πεδίο έρευνάς του, τις σχέσεις της ελληνικής πεζογραφίας με τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα και στην Ευρώπη κατά τον 19o και 20ό αιώνα, ιδιαίτερα σε περιόδους πολιτικών κρίσεων, δικτατοριών και πολεμικών συρράξεων.

Το ερευνητικό αλλά και το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό θα βρει το έργο εξαιρετικά ενδιαφέρον θεματικά και μεθοδολογικά, καθώς η μακρόχρονη και πλούσια επιστημονική/διδακτική πείρα του καθηγητή Κ. Δημάδη συνιστά θετικό παράγοντα παρουσίασης και αποτίμησής του. Η δεύτερη έκδοση, με εμπλουτισμένες αναλύσεις μέσω αδημοσίευτου ή δυσεύρετου υλικού, διατηρεί τον στόχο προσέγγισης του ζητήματος από τη θεωρητική σκοπιά της κοινωνιολογίας της λογοτεχνίας, καθώς κάθε λογοτεχνικό έργο από τη σύλληψη έως την ολοκλήρωσή του αποτελεί δημιούργημα μοναδικό και ανεπανάληπτο, προσδιοριζόμενο από τις δεδομένες κοινωνικές, ιδεολογικές και αισθητικές συνθήκες. Νέα στοιχεία τεκμηριώνουν και αναλύουν διεξοδικότερα το ιστορικό γεγονός ότι σημαντικές εκδηλώσεις της ελληνικής πολιτιστικής και καλλιτεχνικής ζωής στον 19ο και 20ό αιώνα τέθηκαν στην υπηρεσία της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας. Άλλωστε, το ζήτημα των σχέσεων τέχνης και εξουσίας παραμένει πάντα επίκαιρο και η επισκόπηση πολιτιστικών φαινομένων σχετιζόμενων με την εξωτερική και εσωτερική πολιτική εμπλουτίζει την εμπειρία και τις γνώσεις μας στο καλλιτεχνικό και κοινωνικό-πολιτικό πεδίο.

Ο συγγραφέας επέλεξε επτά μελέτες περίπτωσης διά των οποίων τεκμαίρεται η βασική του θέση. Ως πρώτο παράδειγμα αξιοποιείται η γερμανική μετάφραση του μυθιστορήματος Ο εξόριστος του 1831 του Αλεξάνδρου Σούτσου το 1837, η οποία ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την άνοδο του Όθωνα στον ελληνικό θρόνο – ένα ευρωπαϊκό ζήτημα με άμεσες ιστορικές και κοινωνικές συνέπειες για την Ελλάδα. Αρχειακή έρευνα στη Γερμανία ανέδειξε ότι η πρώτη δημοσιευμένη μετάφραση ελληνικού μυθιστορήματος μετά την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους είχε καθαρά πολιτικά κίνητρα και ότι μεταφραστής ήταν ο φιλέλληνας Friedrich Thiersch, θεμελιωτής της Κλασικής Φιλολογίας στη βαυαρική πανεπιστημιακή εκπαίδευση και πρωταγωνιστής στο ζήτημα της ενθρόνισης του Όθωνα. Ο ίδιος μάλιστα προώθησε την προβολή και κυκλοφορία του μυθιστορήματος στη Γερμανία υπό καθεστώς λογοκρισίας.

Με ανάλογα πολιτικά κριτήρια πραγματοποιήθηκαν οι ανεπανάληπτες περιοδείες του Βασιλικού Θεάτρου παραμονές του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου (Ιούνιος 1939) στις δύο αντίπαλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, Μεγάλη Βρετανία και Γερμανία. Το ζήτημα των περιοδειών αυτών αποτελεί κορυφαίο παράδειγμα του ρόλου που δύναται να διαδραματίσει η τέχνη στην εξυπηρέτηση στόχων της εξωτερικής πολιτικής μιας χώρας. Ας σημειωθεί ότι μεταξύ των πρωταγωνιστών την εποχή εκείνη συγκαταλέγονταν ξεχωριστές μορφές της θεατρικής ιστορίας της χώρας, όπως Κατίνα Παξινού, Ελένη Παπαδάκη, Αιμίλιος Βεάκης, Αλέξης Μινωτής, Θάνος Κωτσόπουλος, Βάσω Μανωλίδου κ.ά. Ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να σταθμίσει τη σημασία του καλλιτεχνικού γεγονότος από πολιτική και διπλωματική άποψη, όπως καταδεικνύεται από τις διθυραμβικές κριτικές του γερμανικού και αγγλικού Τύπου, οι οποίες είδαν το φως της δημοσιότητας το 1939 και αναδημοσιεύονται στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου, στο πρωτότυπο και σε μετάφραση (ορισμένες μάλιστα δεν εμφανίζονται στο αρχείο του Εθνικού Θεάτρου στην Αθήνα).

Την ίδια κρίσιμη χρονιά πραγματοποιήθηκε και η πρώτη επιτυχής περιοδεία της επίσημης θεατρικής Σκηνής της χώρας στην Αλεξάνδρεια και στο Κάιρο, καλλιτεχνικό γεγονός που συνδεόταν ευθέως με την προσπάθεια προσέλκυσης οικονομικής υποστήριξης των Ελλήνων της Αιγύπτου.

Επιπροσθέτως, το μεταξικό καθεστώς, εναρμονιζόμενο με τη βρετανική πολιτική στα Βαλκάνια σε σχέση με την Τουρκία και τη Βουλγαρία, χρησιμοποίησε πολιτιστικές και καλλιτεχνικές ανταλλαγές (συζητήσεις για θεατρικές παραστάσεις στη Σόφια, έκθεση βουλγαρικής τέχνης στην Αθήνα, πρόθεση για ίδρυση έδρας Τουρκικής Λογοτεχνίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ίδρυση εκ μέρους της Τουρκίας έδρας Ελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης) ως μέσο άσκησης εξωτερικής πολιτικής και φορέα διπλωματίας.

Στο σύνολό του το έργο, διαχρονικό και επίκαιρο, παρουσιάζει διαλεκτικά το πλέγμα των σχέσεων δημιουργού και εξουσίας κομίζοντας παράλληλα νέα στοιχεία για τη φιλολογική, ιστορική και κοινωνική μελέτη.

Σε άμεση συσχέτιση με τον ρόλο της επίσημης ελληνικής Σκηνής επισκοπείται και η περίπτωση του Νίκου Καζαντζάκη. Επιπλέον, η αναλυτική και διασταυρούμενη διαπραγμάτευση στο δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου δείχνει την επιδέξια και αποτελεσματική τακτική του Βρετανικού Συμβουλίου την εποχή εκείνη. Το Βρετανικό Συμβούλιο, που ιδρύθηκε το 1934, αμέσως μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, ανέλαβε την προώθηση της αγγλικής προπαγάνδας στο πολιτισμικό και καλλιτεχνικό πεδίο. Το 1939 ανέθεσε στον Καζαντζάκη να συνοδεύσει το Βασιλικό Θέατρο στη Μεγάλη Βρετανία στοχεύοντας αφενός στην επαφή του με κορυφαίες προσωπικότητες της βρετανικής θεατρικής κριτικής και αφετέρου στην ενημέρωση του ελληνικού αναγνωστικού κοινού για την ενθουσιώδη υποδοχή του Βασιλικού Θεάτρου στην Οξφόρδη, στο Κέιμπριτζ και στο Λονδίνο. Παράλληλα, η επίσκεψη του Καζαντζάκη σφραγίστηκε με το ταξιδιωτικό κείμενο Ταξιδεύοντας Γ’. Αγγλία (1941), ένα έργο-ύμνος στη φιλελεύθερη παράδοση της βρετανικής κοινωνίας. Κυκλοφόρησε στην Αθήνα λίγες μόνο ημέρες πριν από την κατάληψη της Ελλάδας από τα ναζιστικά στρατεύματα. Το Βρετανικό Συμβούλιο πέτυχε να αποσπάσει από τον Καζαντζάκη ένα λογοτεχνικό έργο που εξυπηρετούσε τα πολιτικά συμφέροντα και τους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς της Μεγάλης Βρετανίας ενόψει της επέλευσης του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου.

Στο τέταρτο και πέμπτο κεφάλαιο αναλύεται η δεύτερη περίπτωση όπου το Βρετανικό Συμβούλιο επιχείρησε να χρησιμοποιήσει τον Καζαντζάκη σε σχέση με τη βρετανική εξωτερική πολιτική, κατά τις κρίσιμες στιγμές της εισόδου της Ελλάδας στον Εμφύλιο και της έναρξης του Ψυχρού Πολέμου, με κομβικό ζήτημα στις σχέσεις Μεγάλης Βρετανίας και Ελλάδας την επάνοδο του Γεωργίου Β’. Ωστόσο, τη φορά αυτή ο συγγραφέας δεν συμμορφώθηκε με τις επιταγές της βρετανικής πολιτικής, με αποτέλεσμα οι αρμόδιες βρετανικές αρχές να τον αναγκάσουν να εγκαταλείψει τη χώρα ως ανεπιθύμητο πρόσωπο. Και δεν ήταν συμπτωματικό ότι υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τη Μεγάλη Βρετανία στις 28 Σεπτεμβρίου 1946, ακριβώς την ημέρα της επανόδου του Γεωργίου Β’ στην Ελλάδα. Ο συγγραφέας κατέφυγε στο Παρίσι και έκτοτε δεν επέστρεψε στην πατρίδα του, καθώς οι ελληνικές αρχές αρνήθηκαν συστηματικά να ανανεώσουν το διαβατήριό του έως τον θάνατό του. Για την ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας, εντούτοις, εδώ εντοπίζεται η ιδεολογική αφετηρία της μυθιστορηματικής παραγωγής του Καζαντζάκη, που τον καθιέρωσε διεθνώς με τη συγγραφή του μυθιστορήματος Ο Χριστός ξανασταυρώνεται τον Ιούλιο του 1948, στην κρισιμότερη φάση του ελληνικού Εμφυλίου και στην έναρξη του Ψυχρού Πολέμου.

Αναλόγως, η σχέση πολιτικής, κοινωνίας, λογοτεχνίας αφορά και στους κυριότερους εκπροσώπους της Γενιάς του ’30, Άγγελο Τερζάκη, Παντελή Πρεβελάκη, Στράτη Μυριβήλη, Μ. Καραγάτση, Θανάση Πετσάλη και ερμηνεύει την κατεύθυνση της λογοτεχνικής παραγωγής προς τον πεζογραφικό ιστορισμό και την ενδογενή παράδοση. Τα κείμενα του Άγγελου Τερζάκη, ο οποίος διαδραμάτισε εξέχοντα ρόλο στην πνευματική και λογοτεχνική διαμόρφωση του μεσοπολέμου, αποτελούν ουσιαστική πηγή για τον ερευνητή, προκειμένου να κατανοήσει την πνευματική και κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα την περίοδο αυτή. Η διαπραγμάτευση του θέματος στο δεύτερο και έκτο κεφάλαιο αναδεικνύει ότι δεν αποτέλεσε τυχαίο γεγονός η επιλογή από το μεταξικό καθεστώς των Άγγελου Τερζάκη και Παντελή Πρεβελάκη να αναλάβουν τη διαχείριση της πολιτιστικής πολιτικής κατά την περίοδο 1936-1940. Οι δύο ήδη αναγνωρισμένοι εκπρόσωποι της Γενιάς του ’30 καθόρισαν την επίσημη πολιτιστική πολιτική της χώρας σε συνάρτηση με την εξωτερική πολιτική του καθεστώτος σε ομόθυμη συνεργασία με τον συγγραφέα Κωστή Μπαστιά, επικεφαλής του Βασιλικού Θεάτρου (1937-1941) και διευθυντή της Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας που ήλεγχε την πολιτιστική δραστηριότητα της χώρας κατά την ίδια περίοδο.

Στα τελευταία κεφάλαια, η διαπραγμάτευση επικεντρώνεται σε ειδικότερα συναφή ζητήματα. Κατόπιν σχετικής έρευνας προσδιορίζεται η θεματική αλλαγή στη μυθιστορηματική παραγωγή του Στράτη Μυριβήλη το 1933-1934, σε σχέση με σημαντικά πολιτικά γεγονότα της περιόδου. Η αλλαγή αυτή της θεματικής έδωσε λίγα χρόνια αργότερα τις οριστικές μορφές του κατεξοχήν, όπως θεωρείται, μυθιστορήματός του Η Παναγιά η Γοργόνα και της αριστουργηματικής νουβέλας Ο Βασίλης ο Αρβανίτης.

Παράλληλα, παρουσιάζονται δύο τεκμήρια σχετικά με την ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Το πρώτο χρονολογικά διήγημα για τη Μικρασιατική Καταστροφή με άσκηση σαφούς κοινωνικής κριτικής στην αθηναϊκή κοινωνία της εποχής του. Πρόκειται για κείμενο του Άγγελου Τερζάκη, δημοσιευμένο σε λαϊκό φιλολογικό περιοδικό τον Αύγουστο του 1929. Αποτελεί τον πρώτο μακρινό πρόδρομο των μυθιστορημάτων του Κοσμά Πολίτη και της Διδώς Σωτηρίου της δεκαετίας του 1960, όπου η Μικρασιατική Καταστροφή αντιμετωπίζεται θεματικά με κριτική οπτική. Το δεύτερο τεκμήριο αφορά σε αθησαύριστο αφήγημα του Ηλία Βενέζη, δημοσιευμένο στον αθηναϊκό Τύπο αμέσως μετά το αποτυχημένο βενιζελικό πραξικόπημα του 1935. Όπως σημειώνεται, η σημασία του «έγκειται στο γεγονός ότι αποτελεί στο πεδίο της ελληνικής πεζογραφίας του 20ού αιώνα τη μοναδική μαρτυρία σχετικά με την ατμόσφαιρα που επικράτησε στην Αθήνα μετά την απόπειρα του Κόμματος Φιλελευθέρων να καταλάβει την 1η Μαρτίου 1935 πραξικοπηματικά την εξουσία».

Ανάλογα παρουσιάζονται οι πηγές έμπνευσης ορισμένων έργων του Μ. Καραγάτση, ενώ εμβόλιμα διαλευκαίνεται για πολλούς το μυστήριο της σημασίας του Μ. στο φιλολογικό ψευδώνυμο Μ. Καραγάτσης του Δημήτριου Ροδόπουλου.

Ολοκληρώνοντας την παρουσίαση του βιβλίου του καθηγητή Κωνσταντίνου Δημάδη, είναι σημαντικό να σημειωθεί η συμπερίληψη στη δεύτερη έκδοση Ευρετηρίου Ονομάτων, Τίτλων και Θεμάτων, η οποία την καθιστά περισσότερο dimadsεύχρηστη. Στο σύνολό του το έργο, διαχρονικό και επίκαιρο, παρουσιάζει διαλεκτικά το πλέγμα των σχέσεων δημιουργού και εξουσίας κομίζοντας παράλληλα νέα στοιχεία για τη φιλολογική, ιστορική και κοινωνική μελέτη. Ο άξονας της αφήγησης, καθαρός και ρέων, προσφέρει μία εμπεριστατωμένη άποψη του πολιτικού και κοινωνικού συγκειμένου της λογοτεχνικής παραγωγής, αλλά και των μεθόδων που μετέρχεται η εκάστοτε εξουσία στην άσκηση της εσωτερικής και εξωτερικής της πολιτικής. Διατηρεί δε το χαρακτηριστικό της συστηματικής παρουσίασης πλήθους πηγών, κυρίως άρθρων από τον ελληνικό και ξένο Τύπο, οι οποίες αξιοποιούνται επαρκώς ώστε να απαντώνται τα ζητήματα που τίθενται και το κύριο ερώτημα, που είναι η σχέση πεζογραφίας και εξουσίας, ενώ σαφή και ευσύνοπτα συμπεράσματα καθιστούν την εν λόγω μελέτη ιδιαιτέρως ελκυστική και ενδιαφέρουσα.

 

Πεζογραφία και εξουσία στη νεότερη Ελλάδα
Κωνσταντίνος Α. Δημάδης
Αρμός
500 σελ.
ISBN 978-960-615-162-0
Τιμή €23,00
001 patakis eshop

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο