Περισσότερο ευάλωτες στην πανδημία οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις | Επιχειρήσεις



Οι ΜμΕ απορροφούν αναλογικά το μεγαλύτερο ποσοστό εργαζομένων σε πληττόμενους κλάδους της ελληνικής οικονομίας.

Η παύση της οικονομικής δραστηριότητας, τους προηγούμενους μήνες, είχε αρνητική επίδραση στην απασχόληση και στην παραγωγική διαδικασία ενός ευρύτατου φάσματος επιχειρήσεων, τονίζει η Alpha Bank στο εβδομαδιαίο δελτίο της για την οικονομία.

Ιδιαίτερα ευάλωτες στην κρίση είναι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ), λόγω του μεγέθους τους, αλλά και της αδυναμίας ταχείας προσαρμογής στις συνθήκες λειτουργίας που διαμόρφωσε το σοκ της πανδημίας στην οικονομία. Οι ΜμΕ απορροφούν αναλογικά το μεγαλύτερο ποσοστό εργαζομένων σε πληττόμενους κλάδους της ελληνικής οικονομίας. Οπως αναφέρει η τράπεζα, το ποσοστό αυτό υπερβαίνει το 85% και είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Ως εκ τούτου, προκύπτει η αδήριτη ανάγκη επαναπροσδιορισμού της επιχειρηματικής στρατηγικής τους στις νέες συνθήκες.

Οι μεγαλύτερες προκλήσεις για τις ΜμΕ μετά την άρση των περιοριστικών μέτρων λόγω της πανδημίας και την επανεκκίνηση της οικονομίας είναι, σύμφωνα με την τράπεζα, τα ζητήματα της ρευστότητας, της εφοδιαστικής αλυσίδας και της διατήρησης των θέσεων εργασίας.

Οι ΜμΕ αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες από τη διάσπαση της εφοδιαστικής αλυσίδας εξαιτίας του περιορισμένου αριθμού προμηθευτών τους, σε σύγκριση με τις μεγάλες επιχειρήσεις. Τους επόμενους μήνες, μπορεί να είναι δύσκολο για πολλές να «ξαναχτίσουν» τη σύνδεση με τις προηγούμενες αλυσίδες εφοδιασμού, καθώς το κόστος σύναψης νέων συμφωνιών ίσως να είναι υψηλότερο.

Επιπλέον, η απώλεια εισοδήματος ενός ποσοστού των απασχολουμένων, οι αυστηροί κανόνες «κοινωνικής αποστασιοποίησης» και η υψηλή αβεβαιότητα είχαν αρνητική επίδραση στην καταναλωτική δαπάνη και κατ’ επέκταση στη ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών, ιδιαίτερα για της μικρομεσαίες που είναι πιο ευάλωτες.

Επίσης, οι ΜμΕ παρουσιάζουν συχνά χαμηλότερη ανθεκτικότητα και ευελιξία στην αντιμετώπιση της απότομης αύξησης του κόστους που συνεπάγονται τέτοιου είδους αναταράξεις. Για παράδειγμα, το κόστος των απαιτούμενων διαδικαστικών αλλαγών, όπως η μετάβαση στην τηλεργασία, μπορεί να είναι σχετικά υψηλότερο για τις ΜμΕ.

Επιπλέον, στις περιπτώσεις όπου η παραγωγή μειωθεί κατακόρυφα, όπως στο lockdown, το κόστος της υποαπασχόλησης της εργασίας και του κεφαλαίου είναι αναλογικά μεγαλύτερο για τις ΜμΕ συγκριτικά με τις μεγάλες εταιρείες, λόγω μικρών οικονομιών κλίμακος.

Eλλειψη ρευστότητας

Τέλος, η απότομη και έντονη πτώση της ζήτησης αγαθών και υπηρεσιών και επομένως των εσόδων για τις ΜμΕ επηρέασε δυσμενώς τη λειτουργία τους, προκαλώντας σοβαρή έλλειψη ρευστότητας. Το πρόβλημα της ρευστότητας επιδεινώνεται περαιτέρω από τη μεγαλύτερη δυσκολία κάλυψης των πιστωτικών κριτηρίων, σε σχέση με τις μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά και από τις περιορισμένες, συγκριτικά, εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης (π.χ. άντληση κεφαλαίων από τις χρηματαγορές).

Συνεκτιμώντας τις ανωτέρω παραμέτρους και δεδομένου ότι ο χρονικός ορίζοντας επιβίωσης των ΜμΕ μετά το αρχικό σοκ είναι μικρότερος σε σύγκριση με τις μεγάλες επιχειρήσεις, η παροχή χρηματοδοτικής στήριξης από το τραπεζικό σύστημα, καθώς και φορολογικών κινήτρων και άλλων μέτρων από το κράτος οφείλουν να λάβουν τη μορφή του «επείγοντος», προκειμένου οι ΜμΕ να διατηρηθούν σε λειτουργία.

Σημειώνεται πως η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα συνιστά ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας. Ενδεικτικό της βαρύτητας των ΜμΕ στην ελληνική οικονομία είναι το υψηλό ποσοστό τους, καθώς, όπως αναφέρει σχετική έκθεση του ΟΟΣΑ, αποτελούν το 99,9% των ελληνικών επιχειρήσεων. Η πλειονότητα αυτών, μάλιστα, είναι «πολύ μικρές» επιχειρήσεις (micro-enterprises) που απασχολούν λιγότερα από 10 άτομα προσωπικό.





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο