Πολιτισμός, πίστη και ταυτότητες | Βιβλίο



Η ρητορική γύρω από τη διαχείριση της καταστροφικής πυρκαγιάς στην Παναγία των Παρισίων –εάν πρόκειται για μνημείο πολιτισμού ή για χώρο λατρείας– είναι ενδεικτική της αμήχανης σχέσης μεταξύ πίστης και πολιτισμού, η οποία εξετάζεται στο βιβλίο του Γάλλου πολιτικού επιστήμονα (φωτ. A.P.).

ΟΛΙΒΙΕ ΡΟΥΑ

Η Ευρώπη είναι χριστιανική;

μτφρ. Βάλια Καϊμάκη

εκδ. Πόλις, σελ. 208

Ιλ ντε λα Σιτέ, 15 Απριλίου 2019, 19.00. Η Παναγία των Παρισίων έχει παραδοθεί στη φωτιά. Οι φλόγες έχουν τυλίξει τη στέγη. Tο γοτθικό βέλος είναι έτοιμο να καταρρεύσει. Οι εικόνες κάνουν τον γύρο του κόσμου. Η Γαλλία, η Ευρώπη και μαζί τους ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη, θρηνούν. Τι είναι, όμως, αυτό για το οποίο θρηνούν; Για την καταστροφή ενός χώρου θρησκευτικής λατρείας και συμβόλου μιας κοινωνίας πιστών ή μήπως για την καταστροφή ενός πολιτιστικού μνημείου με μεγάλη ιστορία;

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Στο «Η Ευρώπη είναι χριστιανική;», που εκδόθηκε πρόσφατα στα ελληνικά, ο Ολιβιέ Ρουά, διακεκριμένος πολιτικός επιστήμονας και ένας από τους πλέον έγκυρους μελετητές του πολιτικού Ισλάμ διεθνώς, θεωρεί ότι η διαχρονικά αρμονική σχέση μεταξύ εκκοσμίκευσης και χριστιανισμού έχει οριστικά διασαλευθεί, ενώ παράλληλα έχει προστεθεί και ένας τρίτος, εξίσου καταλυτικός, παράγοντας στην εξίσωση: το Ισλάμ.

Σύμφωνα με τον Γάλλο πολιτικό επιστήμονα, καθηγητή στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας, παρότι οι ιδέες του Διαφωτισμού επέβαλλαν προϊόντος του καιρού τον διαχωρισμό μεταξύ κράτους και Εκκλησίας και συνέτειναν στη βαθμιαία υποχώρηση της θρησκευτικής πρακτικής στην Ευρώπη, οι αξίες του χριστιανισμού συνέχισαν να θεωρούνται συμβατές με τις αξιώσεις που πρόβαλλε η εκκοσμίκευση. Εως εδώ όλα καλά.

Το 1968, όμως, η μεταξύ τους σχέση διαρρηγνύεται και μάλιστα οριστικά. Καθότι εκείνη τη χρονιά –χρονιά-σταθμό από πολλές πλευρές– συντελείται μια θεμελιώδης «επανάσταση» στα ήθη και στις αξίες. Εν προκειμένω, το 1968 επιβάλλει ένα ριζικά νέο ανθρωπολογικό παράδειγμα, το οποίο και ανατρέπει τη σχέση μεταξύ εκκοσμίκευσης και χριστιανισμού. Εφεξής, η κυρίαρχη κουλτούρα παύει να είναι εμποτισμένη με θρησκευτικότητα. Χριστιανικές και κοσμικές αξίες παίρνουν διαζύγιο.

Οι δεκαετίες που ακολουθούν θα φέρουν την αυτονόμηση της ηθικής από την όποια υπερβατικότητα, την επέλαση του αγνωστικισμού, την κυριαρχία του υλισμού και της τεχνολογίας, καθώς και την επιβολή ριζικά νέων προτύπων στη σεξουαλικότητα και την ανατροπή των αντιλήψεων για θεσμούς όπως η οικογένεια. Η θέση των Πατέρων της Εκκλησίας θα είναι σαφής: η Ευρώπη έχει πλέον παραδοθεί στον παγανισμό.

Σε αυτό το υπόβαθρο, οι λαϊκιστές (πολλοί εκ των οποίων αποδεικνύονται μάλλον ηδονιστές) επιχειρούν να προσεταιριστούν τους εναπομείναντες χριστιανούς. Πιο συγκεκριμένα, στην προσπάθειά τους να αντιταχθούν στο Ισλάμ, υιοθετούν και προβάλλουν μια ταυτοτική προσέγγιση ως προς τη χριστιανική θρησκεία.

Ωστόσο, σύμφωνα πάντα με τον Ρουά, η συμμαχία της Εκκλησίας με τους λαϊκιστές οδηγεί αναπόφευκτα στην ήττα της πρώτης. Αφενός γιατί εξισώνει την πίστη με την κουλτούρα, αφετέρου επειδή αφαιρεί τις αξίες, την πνευματικότητα και την ουσία του χριστιανισμού. Εν ολίγοις, η ταύτιση της πίστης με την ταυτότητα μεταμορφώνει τα σύμβολά του χριστιανισμού σε φολκλόρ, πολιτισμικά gadgets. Τα εγκαταλείπει στον ναρκισσισμό του λαϊκισμού («είμαι αυτός που είμαι, είμαστε εμείς»).

Για τον Ρουά, η Εκκλησία (εννοεί εδώ την Καθολική) διαθέτει τρεις πολύ συγκεκριμένες λύσεις. Η πρώτη συνίσταται στην επιλογή της απομόνωσης και αναμονής, ήτοι τη δημιουργία κλειστών κοινοτήτων χριστιανών και την παραμονή τους σε αυτές έως την αλλαγή των καιρών. Η δεύτερη είναι η ενίσχυση της επιτήρησης και η προσπάθεια επιβολής περαιτέρω κανόνων από πλευράς της. Η τρίτη, τέλος, σχετίζεται με την αναβίωση της πνευματικότητας και την αναγέννηση του αποστολικού έργου εντός της Ευρώπης. Το ιεραποστολικό αυτό έργο αφορά τη διάδοση του Χριστιανισμού πέρα και έξω από πολιτιστικές ή εθνικές ταυτότητες, αν όχι σε αντιδιαστολή προς αυτές. Δεν θα είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά. Αιώνες πριν, όταν η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία χανόταν και στη θέση της ανέτελλαν νέες ταυτότητες και πολιτισμοί, η Εκκλησία είχε διαλέξει και τότε τη διάδοση της πίστης.

Επιστροφή στη Νοτρ Νταμ. Στις αρχές του Ιουλίου που μας πέρασε, η γαλλική προεδρία αποφάσισε την αναστήλωση του καμπαναριού του Viollet le Duc. Σε συνέντευξή της στον Figaro, η Mαρί-Αμελί Τεκ, αρχιτέκτονας που έχει αναλάβει το σύνολο των εργασιών αναστήλωσης, υπερασπίζεται την απόφαση, υπερθεματίζοντας τον ρόλο και τη σημασία της ιστορίας, του πολιτισμού, αλλά και των αιώνων που χρειάστηκαν για να κτιστεί το παγκόσμιο αυτό μνημείο: «Χαίρομαι για αυτή την απόφαση […] αναδεικνύει την ταπεινότητα και τη δικαιοσύνη στην υπηρεσία ενός συλλογικού αριστοτεχνήματος, μιας τέχνης καθολικής, η οποία δημιουργήθηκε από τα χέρια των ανώνυμων τεχνικών του μεσαίωνα και το πνεύμα όσων συνέβαλαν στο πέρας των αιώνων». Η αμηχανία ως προς τη θρησκευτική διάσταση του χώρου είναι εμφανής. Η ιδιόρρυθμη και γεμάτη ένταση σχέση της χριστιανικής πίστης με τον πολιτισμό, την ιστορία και τις ταυτότητες φαίνεται πως θα παραμείνει πυρακτωμένη.





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο