Πράσινο φως στη χρήση ιβουπροφένης | Κόσμος



Το φάρμακο υδροξυχλωροκίνη, που προωθούσε ο πρόεδρος Τραμπ ως πανάκεια κατά του κορωνοϊού.

Τη δικαίωση της ιβουπροφένης, ενός διαδεδομένου μη στεροειδούς αντιφλεγμονώδους και αναλγητικού, ως θεραπείας της COVID-19 επιχειρούν Βρετανοί ερευνητές, έχοντας διεξαγάγει την αναγκαία κλινική έρευνα. Οι επιστήμονες του King’s College του Λονδίνου και των νοσοκομείων Γκάιζ και Σεντ Τόμας εκτιμούν ότι το ευτελές σκεύασμα μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την κατάσταση ασθενών με αναπνευστικές δυσκολίες, ώστε να μην καταστεί αναγκαία η διασωλήνωσή τους. Για τη μελέτη θα χρησιμοποιηθούν, ωστόσο, χάπια με ιδιαίτερη σύσταση και όχι αυτά που μπορεί κάποιος να προμηθευθεί από το φαρμακείο. Ο καθηγητής του King’s College Μιτούλ Μέχντα τόνισε ότι μελέτες που έγιναν σε πειραματόζωα απέδειξαν ότι το σκεύασμα μπορεί να θεραπεύσει το σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας, από το οποίο υποφέρουν πολλοί ασθενείς με βαριά νόσηση, αλλά η κλινική μελέτη είναι αναγκαία ώστε να επιβεβαιωθούν τα ελπιδοφόρα συμπεράσματα και για τον ανθρώπινο οργανισμό.

Στην αρχή της πανδημίας υπήρχε διάχυτος φόβος για τη χορήγηση ιβουπροφένης σε κρούσματα του κορωνοϊού που εμφάνιζαν ήπια συμπτώματα. Η ανησυχία ενισχύθηκε όταν ο υπουργός Υγείας της Γαλλίας, Ολιβιέ Βεράν, δήλωσε ότι τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη πιθανώς να επιδεινώνουν τη λοίμωξη και σύστησε στους Γάλλους να προτιμήσουν την παρακεταμόλη. Ωστόσο, η βρετανική Επιτροπή Ανθρωπίνων Φαρμάκων κατέληξε ότι η ιβουπροφένη είναι εξίσου ασφαλής με την παρακεταμόλη για τα συμπτώματα της λοίμωξης από κορωνοϊό, αλλά επ’ ουδενί δεν πρέπει να χορηγείται σε άτομα με προβλήματα όπως έλκος στομάχου.

Θολό παραμένει το τοπίο σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την επικινδυνότητα της χορήγησης υδροξυχλωροκίνης. Το περιοδικό Τhe Lancet, που δημοσίευσε την επίμαχη έρευνα, η οποία οδήγησε στην αναστολή κλινικών μελετών του φαρμάκου, αναγνώρισε ότι η εργασία εγείρει κάποια ερωτήματα. Δεκάδες επιστήμονες, πριν από λίγες ημέρες, είχαν δημοσιοποιήσει ανοικτή επιστολή, στην οποία τόνιζαν ότι η μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε, αλλά και η αξιοπιστία των συμπερασμάτων της, είναι «προβληματικές», κάτι που απέρριψαν κατηγορηματικά οι ερευνητές που την εκπόνησαν, υπό τον συντονισμό του δρος Μαντίπ Μεχρά, στη Βοστώνη.





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο