«Προτροπές προσωκρατικής ηθικής» της Ελένης Λαδιά



Όπως γνωρίζουμε, οι κοσμολόγοι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, ίσως γιατί η οντολογία τους συνδέεται και με τα ανθρώπινα, έχουν στοχασθεί και για ζητήματα ηθικής. Η πρώτη ρήση που πραγματικά μας καθηλώνει είναι το απόσπασμα 71 του σκοτεινού Εφέσιου, που λέγει: «Μεμνῆσθαι δέ καί τοῦ ἐπιλανθανομένου ἦ ἡ ὁδός ἄγει» (πρέπει να θυμόμαστε κι εκείνον που λησμονεί, όπου οδηγεί ο δρόμος). Ένα ηθικό παράγγελμα, τόσο ατόφιο, χωρίς αμαρτήματα και λάθη γι’ αυτόν που λησμόνησε την κατεύθυνση του δρόμου. Δεν φορτώνει τον επιλήσμονα με αμαρτήματα και ενοχές, όπως λόγου χάρη η ορφική και χριστιανική ηθική, που υποδεικνύουν μάλιστα και τον τρόπο της συγχώρησης. Στον Ηράκλειτον οι όροι είναι ξεκάθαροι: ο μνήμων, ο επιλήσμων και η κατεύθυνση του δρόμου. Δεν κατηγορούμε, αλλά πρέπει να θυμόμαστε τον επιλήσμονα.

Στο απόσπασμα 101 «Εδιζησάμην εμεωυτόν» (αναζήτησα τον εαυτόν μου) ο φιλόσοφος δεν υπονοεί το γνώθι σαυτόν, μια προστακτική που δίνεται από άλλον, αλλά στρέφεται στα ίδια τα βάθη του: εγώ αναζήτησα τον εαυτόν μου, χωρίς να αναφέρεται το αποτέλεσμα αυτής της αναζήτησης.

Ο συμπαντολόγος Ηράκλειτος έχει δύο αποφθέγματα, τα οποία αποδεικνύουν την οντολογική αλλά και την ανθρώπινη ηθική της ύβρεως. Όμως και οι δύο πτυχές της προκαλούν την τιμωρία. Η ύβρις, η υπέρβαση των ορίων, είναι δεμένη με την τιμωρία της. Στο απόσπασμα 248 συμβουλεύει: «ύβριν χρη σβεννύναι μάλλον ή πυρκαιήν» (πρέπει να σβήνει κανείς περισσότερον την ύβριν παρά την πυρκαγιά). Το πρέπει είναι ο δυνατότερος όρος της ηθικής. Και ιδού το καταπληκτικόν 226, διότι αναφέρει ως παράδειγμα τον ήλιον, ένα αστρικόν φαινόμενον που βρίσκεται στην σφαίρα της οντολογίας. «Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα· ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν (ο ήλιος δεν θα υπερβεί τα μέτρα· διαφορετικά θα τον ανακαλύψουν οι Ερινύες, οι βοηθοί της Δικαιοσύνης). Κι ο ορφικός στίχος λέγει για την δικαιοσύνη «γιατί πάντα συντρίβεις όλους, όσους δεν ήρθαν στον ζυγό σου». Μία βαθύτατη και αληθής διαπίστωση του φιλοσόφου είναι η 247 ρήση «ήθος ανθρώπω δαίμων» (η τύχη του ανθρώπου είναι ο χαρακτήρας του).

Κι άλλες ηθικές προσταγές αποδεικνύουν τον μεγάλο ανατόμο της ανθρώπινης ψυχής, όπως: 11. «Παν ερπετόν πληγή νέμεται» (παν το έρπον κυβερνιέται με χτυπήματα). 110. «Ανθρώποις γίνεσθαι οκόσα θέλουσιν ουκ άμεινον» (δεν είναι το καλύτερον για τους ανθρώπους να γίνονται όσα θέλουν). 131. «την οίησιν προκοπή εγκοπήν» (η οίησις είναι εμπόδιον της προκοπής) και, τέλος, το απόφθεγμα 249, που φανερώνει την ασχολία του φιλοσόφου με τα κοινά: «Μάχεσθαι χρη τον δήμον υπέρ του νόμου όκωσπερ τείχεος» (ο λαός πρέπει να μάχεται για τον νόμο, όπως για τα τείχη).

Ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος δίνει τις ηθικές προτροπές του μέσω θεολογίας. Ήταν ο πρώτος που χτύπησε τον ανθρωπομορφισμό των θεών. Στο 166 απόσπασμά του αναφέρεται: «πάντα θεοίς ανέθηκαν Όμηρός θ’ Ησίοδός τε/ όσσα παρ’ ανθρώποισιν ονείδεα και ψόγος εστίν/ κλέπτειν μοιχεύειν τε και αλλήλους απατεύειν» (ο Όμηρος και ο Ησίοδος έδωσαν στους θεούς όλα όσα είναι επαίσχυντα και αξιοκατάκριτα στους ανθρώπους: την κλοπή, την μοιχεία και την μεταξύ τους απάτη). Και στο 17Ε «εις θεός, εν τε θεοίσι και ανθρώποισι μέγιστος ούτι δέμας θνητοίσιν ομοίος ουδέ νόημα» (ένας Θεός, ο μέγιστος μεταξύ των θεών και των ανθρώπων, καθόλου όμοιος με τους θνητούς στο σώμα ή στο πνεύμα). Και το σπουδαιότερο απόσπασμα,188, εφάμιλλο σε νόημα με το ρηθέν της χριστιανικής θεολογίας «ταύτα δε υμίν εξ αρχής ουκ είπον, ότι μεθ’ υμών ήμην» (Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον 16,4), είναι αυτό που αναφέρει πως οι θεοί δεν τα φανέρωσαν από την αρχή όλα στους ανθρώπους, αλλά αναζητώντας οι άνθρωποι βρίσκουν με τον χρόνο το καλύτερο: «ούτοι απ’ αρχής πάντα θεοί θνητοίσ’ υπέδειξαν/ αλλά χρόνω ζητούντες εφευρίσκουσιν άμεινον».

 Αυτό προσωπικώς μου θυμίζει το καθρέφτισμα του φεγγαριού στο πηγάδι μιας φτωχικής αυλής.

Και ο περιπαθής Εμπεδοκλής στο «περί Φύσεως» βιβλίον του (όλα τα βιβλία των προσωκρατικών φιλοσόφων αναφέρονται με αυτόν τον τίτλον) θέτει το τρομερόν ερώτημα: 342. «το δ’ όλον (τις αρ) εύχεται ευρείν;» (ποιος τάχα καυχάται πως βρήκε το όλον;). Ολόκληρον το απόσπασμα αναφέρεται στα στενά όρια της ανθρώπινης δύναμης και στα πολλά δεινά που στερεύουν την σκέψη της. Ένα τμήμα ζωής βλέπουν μόνον οι άνθρωποι και μετά πετούν γρήγορα προς τον θάνατο. Και είναι βέβαιοι μόνον γι’ αυτό που τους έτυχε, καθώς περιπλανώνται εδώ κι εκεί. (Κι ακολουθεί το πιο πάνω τρομερό ερώτημα.) Κι αφού λοιπόν, συμπληρώνει ο φιλόσοφος, έφτασες μέχρι εδώ, θα μάθεις ότι δεν μπορεί να πάει μακρύτερα η μήτις[1] του θνητού.

Κι από τους «Καθαρμούς» ακούγεται (απόσπασμα 403) η απελπισμένη του φωνή. «Ω πόποι, ω δειλόν θνητών γένος, ω δυσάνολβον,/ τοίων εκ τ’ ερίδων εκ τε στοναχών εγένεσθε» (Αλίμονο, δειλόν και κακότυχον γένος των θνητών, από ποιες έριδες και στεναγμούς γεννήθηκες).

Για τον Φιλόλαον τον Κροτωνιάτη και τον πυθαγορισμό του 5ου αι. γράφει ο Ιάμβλιχος στο έργον του «Περί του πυθαγορικού βίου». Απόσπασμα 456: «…και βίος άπας συντέτακται προς το ακολουθείν τω θεώ» (ολόκληρος ο βίος έχει ευθυγραμμισθεί, ώστε να ακολουθεί ο άνθρωπος τον θεόν). Κι από το ίδιο το έργον, απόσπασμα 457, αναφέρεται πως οι πυθαγόρειοι «μετά το θείον τε και το δαιμόνιον πλείστον ποιείσθαι λόγον γονέων και νόμου, και τούτων υπήκοον αυτόν κατασκευάζει, μη πλαστώς αλλά πεπεισμένως» (μετά το θείον και το δαιμόνιον αφιερώνουν τους περισσότερους λόγους στους γονείς και τον νόμον και λένε να είναι κανείς υπήκοος –υποταγμένος– σε αυτούς, όχι επίπλαστα αλλά με πεποίθηση).

Από τον Αναξαγόρα τον Κλαζομένιον έχουμε μία βαθύτατα ψυχολογημένη ρήση, η οποία δεν άπτεται μόνον της οντολογικής αντίληψης, αλλά πρωτοστατεί και στις ανθρώπινες σχέσεις και στα συναισθήματα. Αναφέρεται στο ανόμοιον και στις συνέπειές του: 551. «Παν γαρ το ανόμοιον απτόμενον πόνον παρέχει» (γιατί το ανόμοιον με την επαφή του προκαλεί πόνον). Κι αυτό μαρτυρείται παντού και πάντα.

Και τέλος το απόσπασμα 550, που αναφέρεται από τον Δημόκριτον σχετικώς με την ανθρώπινη γνώση: «…δηλοί μεν δη και ούτος ο λόγος, ότι ετεή ουδέν ίσμεν περί ουδενός αλλ’ επιρρυσμίη εκάστοισιν η δόξις» (το φανερώνει και αυτός ο λόγος ότι πραγματικώς δεν γνωρίζουμε τίποτα για κανένα πράγμα, αλλά για τον καθένα μας υπάρχει η τυχαία πίστη). Δύο ακόμη αποσπάσματα, 593 και 594, αναφέρουν πως ο άνθρωπος που αναζητά την ψυχική του γαλήνη, δεν πρέπει να κάνει πολλά ούτε στην ιδιωτική ούτε στην δημόσια ζωή, να μην γυρεύει πράγματα που τον ξεπερνάνε και να είναι ευχαριστημένος με αυτά που έχει. Να μην δίνει σημασία σε όσα θαυμάζουν οι πολλοί, να μην μακαρίζει τους πλουσιότερους και να συγκρίνει την ζωή του με τους πτωχότερους. Συνιστά μία ζωή σύμμετρη.[2]

Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστον το γεγονός πως αυτοί οι χαρτογράφοι του σύμπαντος ασχολούνται συγχρόνως με την ανθρώπινη ηθική και την πολιτική της εποχής τους. Αυτό προσωπικώς μου θυμίζει το καθρέφτισμα του φεγγαριού στο πηγάδι μιας φτωχικής αυλής.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Στην μετάφραση του αποσπάσματος 342 του Εμπεδοκλέους προτίμησα να αφήσω την λέξη «μήτις» του πρωτοτύπου κειμένου, διότι η μήτις είναι κάτι πολυπλοκότερο από την απλή διάνοια. Βλέπε το βιβλίον των J.P. Vernant – M. Detienne: «Μήτις, η πολύτροπη νόηση στην αρχαία Ελλάδα» μτφρ. Ιωάννας Παπαδοπούλου, εκδ. Δαίδαλος Ι. Ζαχαρόπουλος 1993.
[2] Το άρθρο στηρίχτηκε στα βιβλία: 1. Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι των G.S. Kirk – J.E. Raven – M. Schofield, μτφρ. Δημοσθένη Κούρτοβικ, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1990, και 2. Ηράκλειτος, μτφρ. Σ. Διαμαντή και Π. Γκίκα, εκδ. Πλέθρον 1987, Εισαγωγή του J. Brun.

Η Ελένη Λαδιά είναι πεζογράφος.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο