Πόσο κινδυνεύουν οι καρκινοπαθείς από την CoViD-19 – Επιστήμη & Ζωή – Ειδήσεις


Οι ασθενείς με καρκίνο αποτελούν μια από τις ομάδες του πληθυσμού που θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτες απέναντι στην CoViD-19.

Όμως δεν υπάρχουν πολλά δεδομένα και αυτά σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να προέρχονται από σχετικά μικρές αναφορές ή από περιοχές όπου η θεραπείες για τον καρκίνο είναι διαφορετικές, με χρήση κυρίως παλαιότερων φαρμάκων (κλασσική χημειοθεραπεία).

Μελέτες από την Κίνα και την Ιταλία έδειξαν ότι ασθενείς με καρκίνο εμφάνιζαν υψηλότερο ποσοστό θνησιμότητας σε περίπτωση νόσου CoViD-19. Παρόλα αυτά, δεν είναι σαφές ποιοι ασθενείς με καρκίνο διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο και ποιες θεραπείες είναι αυτές που τους κάνουν πιο ευάλωτους.

Η χρήση νεότερων ανοσοθεραπειών για την θεραπεία του καρκίνου είναι πλέον ευρύτατα διαδεδομένη και στην Ελλάδα, όπου χιλιάδες ασθενείς λαμβάνουν ανοσοθεραπείες.

Νεότερα δεδομένα από το Αντικαρκινικό Ινστιτούτο Memorial Sloan Kettering (MSKCC) στην Νέα Υόρκη, ένα από τα μεγαλύτερα αντικαρκινικά Νοσοκομεία του κόσμου, παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον.

Ο αναπληρωτής καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Ευστάθιος Καστρίτης και ο καθηγητής Θάνος Δημόπουλος (πρύτανης ΕΚΠΑ) συνοψίζουν τα δεδομένα της μελέτης:

Οι συγγραφείς ανέλυσαν την εμπειρία τους κατά τον πρώτο μήνα της πανδημίας στην πολιτεία της Νέας Υόρκη. Μέχρι τη στιγμή της αναφοράς, η Πολιτεία της Νέας Υόρκης ανέφερε 180.458 περιπτώσεις SARS-CoV-2 και 9.385 θανάτους (έως τις 10 Απριλίου 2020).

Από τους νεκρούς, το 8,4% ήταν ασθενείς με υποκείμενο καρκίνο. Από τις 10 Μαρτίου, το MSKCC πραγματοποιούσε διαγνωστικά τεστ για SARS-CoV-2 σε συμπτωματικούς ασθενείς. Συνολικά, 423 ασθενείς με καρκίνο διαγνώστηκαν με  CoViD-19.

Οι περισσότεροι (55,3%) ήταν άνω των 60 ετών.  Οι πιο συχνές μορφές υποκείμενου καρκίνου των ασθενών με CoViD-19 περιλάμβαναν συμπαγείς όγκους όπως καρκίνο μαστού (20%), ορθοκολικό καρκίνο (9%) και καρκίνο του πνεύμονα (8%). Τα λεμφώματα ήταν η πιο συχνή αιματολογική κακοήθεια (12%).

Περισσότερες από τις μισές περιπτώσεις CoViD-19 αφορούσαν ασθενείς με μεταστατική νόσο (56%). Επιπλέον, οι περισσότεροι ασθενείς με CoViD-19 (55,3%) είχαν τουλάχιστον ένα από τα κλασικά υποκείμενα νοσήματα (υπέρταση, διαβήτη και καρδιαγγειακές παθήσεις).

Τα συχνότερα  συμπτώματα ήταν  ο πυρετός (78%), ο βήχας (82%), η δύσπνοια (44%) και η διάρροια (26%), τα οποία διαφοροποιούνται σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό των νοσούντων.

Νοσηλεία

Από τους 423 ασθενείς με επιβεβαιωμένη CoViD-19, οι 168 (40%) νοσηλεύτηκαν και οι 84 (20%) εμφάνισαν σοβαρή αναπνευστική νόσο, συμπεριλαμβανομένων 39 (9%) ασθενών που χρειάστηκαν  διασωλήνωση σε μονάδα εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ). Αναφέρεται, επίσης, ότι σε επτά παιδιατρικές περιπτώσεις, η CoViD-19 ήταν ήπια και χωρίς επιπλοκές.

Το συνολικό ποσοστό θνησιμότητας μεταξύ  των επιβεβαιωμένων περιστατικών (case-fatality rate CFR) ήταν 9% (39 από 423). Τα ποσοστά θνησιμότητας μεταξύ αυτών που χρειάστηκαν εισαγωγή στο νοσοκομείο ήταν 23% (39 από 168) και μεταξύ αυτών που χρειάστηκαν εισαγωγή στην ΜΕΘ 33% (16 από 48), αντίστοιχα.

Οι συγγραφείς προσπάθησαν να εκτιμήσουν πιθανούς παράγοντες που να συνδέονται με ανάγκη νοσηλείας και με σοβαρή αναπνευστική νόσο (δηλαδή  ανάγκη για χορήγηση οξυγόνου σε υψηλές ροές ή ανάγκη για διασωλήνωση/μηχανικό αερισμό).

Οι παράγοντες κινδύνου για σοβαρή νόσο CoViD-19 ήταν η  ηλικία (άνω των 65 ετών) και η χορήγηση ανοσοθεραπείας, αλλά όχι η πρόσφατη λήψη χημειοθεραπείας.

Τα ευρήματα έρχονται σε αντίθεση  με προηγούμενες αναφορές από την Κίνα, όπου η λήψη χημειοθεραπείας εντός 30 ημερών πριν τη διάγνωση της COVID-19  είχε συσχετιστεί με υψηλότερο κίνδυνο επιπλοκών. Σε ξεχωριστό μοντέλο, η κλινική εμφάνιση με εικόνα πρόσφατης έναρξης δύσπνοια και διάρροια ήταν προγνωστική για αυξημένο κίνδυνο νοσηλείας και σοβαρή ασθένεια.

Ανοσοθεραπεία

Οι συγγραφείς διερεύνησαν περισσότερο τη σχέση της χρήσης ανοσοθεραπείας  με τη σοβαρότητα του COVID-19.

Θεωρητικά, η ανοσοθεραπεία μπορεί να προκαλέσει διέγερση του ανοσοποιητικού και να επιδεινώσει τις εκδηλώσεις της CoViD-19, που οφείλονται στην υπερβολική αντίδραση του ανοσοποιητικού και υπερβολική φλεγμονή.

Οι αναστολείς της PD-1 και της PD-L1, που είναι αναστολείς της ανοσολογικής σύναψης, χρησιμοποιούνται ευρέως για τη θεραπεία του καρκίνου του πνεύμονα αλλά και σε άλλους καρκίνους και μπορεί να προκαλέσουν απορρύθμιση του ανοσοποιητικού λόγω της υπερενεργοποίησης των Τ-λεμφοκυττάρων.

Η διαδικασία αυτή, με τη σειρά της, μπορεί να επιτείνει ή να οδηγήσει σε σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας, μια βαριά επιπλοκή της COVID-19.

Τα φάρμακα που αναστέλλουν την PD-1 ή την PD-L1, έχουν συσχετιστεί με οξεία πνευμονική βλάβη με την μορφή πνευμονίτιδας, δηλαδή μια αυτοανόσου  τύπου βλάβη.

Επιπλέον οι πνεύμονες προσβάλλονται κατεξοχήν από τον κορωνοϊό και από εκεί εμφανίζονται συχνότερα οι σοβαρές επιπλοκές.

Σχέση

Οι επιστήμονες ανέλυσαν την ανάγκη για νοσηλείας, αναλόγως της χρήσης ανοσοθεραπείας και του τύπου του υποκείμενου καρκίνου (καρκίνος πνεύμονα έναντι καρκίνου σε άλλη θέση).

Η συχνότητα σοβαρής CoViD-19  και νοσηλείας ήταν υψηλότερη και στις δύο ομάδες που έλαβαν ανοσοθεραπεία. Βέβαια, αυτό το εύρημα θα πρέπει να ερμηνευτεί με προσοχή, λόγω του περιορισμένου αριθμού των αρρώστων που λάμβαναν ανοσοθεραπεία και της παρουσίας άλλων παραγόντων κινδύνου σε υψηλό ποσοστό σε αρρώστους που χρειάζονται ανοσοθεραπεία.

Τα περισσότερα από τα νοσήματα που αντιμετωπίζονται με ανοσοθεραπεία σχετίζονται με το κάπνισμα, οπότε οι ασθενείς αυτοί έχουν συχνότερα πνευμονοπάθεια, έχουν λάβει ακτινοθεραπεία, και έχουν και άλλους παράγοντες κινδύνου και υποκείμενα νοσήματα. Μέχρι να είναι διαθέσιμα περισσότερα στοιχεία δεν θα πρέπει να τροποποιούνται οι αντικαρκινικές θεραπείες.

Το συμπέρασμα είναι πως ο κίνδυνος προσβολής από την CoViD-19 είναι συνεχιζόμενος και έχει έμμεσες συνέπειες στην υγεία των ασθενών με καρκίνο, διαταράσσοντας σε πολλές περιπτώσεις την θεραπεία τους.

Αυτή η κατάσταση αναμένεται ότι θα διαρκέσει, αλλά η φροντίδα των ασθενών με καρκίνο θα πρέπει να συνεχιστεί εν μέσω της απρόβλεπτης απειλής του κορωνοϊού. Πιθανόν, οι εντατικοί έλεγχοι με διαγνωστικά τεστ και τα αυστηρά μέτρα ασφαλείας  θα είναι απαραίτητα για την ασφαλή και συνεχή παροχή ογκολογικής φροντίδας.





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο