“Σκιαγράφηση του ψυχολογικού προφίλ των εγκληματιών που απασχόλησαν τα ελληνικά ΜΜΕ (1993-2018)”: γράφει η Αγγελική Καρδαρά


ΜΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Μια εμβάθυνση στη σκιαγράφηση του προφίλ δραστών ειδεχθών εγκληματικών ενεργειών, με έμφαση στους δράστες ανθρωποκτονιών εκ προθέσεως, βιασμών και εμπρησμών.

Η πρώτη επιστημονική προσέγγιση της σκιαγράφησης εγκληματικών μορφών έγινε στη διάρκεια των φοιτητικών μου χρόνων και ειδικότερα στο πλαίσιο εκπόνησης της διπλωματικής εργασίας μου στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με Ακαδημαϊκό Επιβλέποντα τον Καθηγητή Γ. Πανούση. Το θέμα της εργασίας μου ήταν η γυναικεία εγκληματικότητα και η σκιαγράφηση του ψυχο-εγκληματικού προφίλ της Φόνισσας του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη σε συσχετισμό με πραγματικές γυναικείες εγκληματικές μορφές. Έκτοτε ασχολούμαι με τη σκιαγράφηση εγκληματικών μορφών και με την παρουσίαση και ανάλυση ενός μεγάλου αριθμού μελετών περίπτωσης/case studies, δηλαδή πραγματικών εγκλημάτων/true crimes που έλαβαν χώρα σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, εμβαθύνω στο θέμα και εξάγω χρήσιμα συμπεράσματα που μπορούν να αξιοποιηθούν στο αστυνομικό και δικαστικό ρεπορτάζ. Παράλληλα με το συγγραφικό μου έργο και την αρθρογραφία, πραγματοποιώ εκπαιδεύσεις σε δημοσιογράφους στη θεματική «Έγκλημα και Μedia», ακολουθώντας τον επιστημονικό και ερευνητικό δρόμο που χάραξε ο Καθηγητής και μέντοράς μου Γιάννης Πανούσης.

Το criminal profiling (εγκληματικό προφίλ), το οποίο στη διεθνή βιβλιογραφία καταγράφεται και ως offender profiling (προφίλ του παραβάτη/δράστη) ή αλλιώς specific profile analysis (ειδική ανάλυση του προφίλ) και offender’s psychological profiling (τεχνική σκιαγράφησης της ψυχολογικής φυσιογνωμίας του δράστη) εφαρμόζεται κατά κανόνα σε υποθέσεις ανθρωποκτονιών και σεξουαλικών επιθέσεων. Αποσκοπεί στη σκιαγράφηση του ψυχολογικού και εγκληματικού προφίλ του δράστη εγκληματικών ενεργειών, καθώς και στον προσδιορισμό του γεωγραφικού τόπου εγκληματικής του δράσης. Για την ακριβέστερη σκιαγράφηση του προφίλ συλλέγονται στοιχεία από τον τόπο του εγκλήματος/crime scene και κυρίως από τη συμπεριφορά που υιοθετεί ο δράστης στον τόπο του εγκλήματος κατά το πέρασμα στην πράξη/crime scene behaviour.

Επίσης, οι profilers εργάζονται για την εξιχνίαση εγκληματικών ενεργειών που διαπράττονται κατά συρροή (π.χ. διαδοχικές δολοφονίες) όταν βάσει των στοιχείων που έχουν στα χέρια τους πιστεύουν ότι αυτές οι εγκληματικές ενέργειες έχουν διαπραχθεί από το ίδιο άτομο. Η διαδικασία του profiling περιλαμβάνει τη συγκέντρωση πληροφορίων που σχετίζονται με την ψυχοσύνθεση του δράστη, όσο και πιο χειροπιαστών πληροφοριών που αφορούν τον τρόπο διάπραξης του εγκλήματος, μεταξύ των οποίων διερευνώνται πρωτίστως τα ακόλουθα στοιχεία: πώς έχει αφεθεί το άψυχο σώμα στη σκηνή του εγκλήματος, ποια μέθοδος έχει χρησιμοποιηθεί για τη διάπραξη του εγκλήματος, την παρουσία ή απουσία σημαντικών αντικειμένων στον τόπο τού εγκλήματος, την αλληλουχία των γεγονότων και βέβαια τη συμπεριφορά τού δράστη πριν και μετά τη διάπραξη του εγκλήματος.

Ο πρωταρχικός στόχος του criminal profiling, το οποίο στα ελληνικά μπορεί να αποδοθεί ως «σκιαγράφηση του ψυχο-εγκληματικού προφίλ», είναι να περιορίσει το πεδίο της έρευνας και να δώσει βαρύτητα στα στοιχεία εκείνα που θα οδηγήσουν σε ένα συγκεκριμένο άτομο, περιορίζοντας άλλους υπόπτους. Οι Ronald M.Holmes & Stephen T. Holmes έχουν ασχοληθεί με το θέμα σε βάθος και έχουν καταλήξει στη σημαντική διαπίστωση ότι η εφαρμογή του profiling είναι πολύ πιο χρήσιμη όταν ο τόπος του εγκλήματος αντανακλά μία βεβαρημένη ψυχοπαθολογία, όπως συμβαίνει στις σαδιστικές επιθέσεις, στους βιασμούς ή στις σατανιστικές ανθρωποκτονίες που συχνά διαπράττονται με έναν, θα μπορούσαμε να πούμε, τελετουργικό τρόπο.

Η Σκιαγράφηση του ψυχολογικού προφίλ των εγκληματιών που απασχόλησαν τα ελληνικά ΜΜΕ (1993-2018) καταγράφει την εξελικτική πορεία του criminal profiling και την αξιοσημείωτη συμβολή του στην εγκληματολογική έρευνα, αλλά και τους περιορισμούς και τις αδυναμίες του.

Η ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ έρχεται να συμπληρώσει το προηγούμενο βιβλίο μου, με τον τίτλο Εγχειρίδιο Εγκληματολογίας για τον Αστυνομικό και Δικαστικό Συντάκτη, δίνοντας το έναυσμα για έναν ευρύτερο προβληματισμό, σε κοινωνικό και εγκληματολογικό επίπεδο και απαντώντας σε ερωτήματα που σχετίζονται με τα κίνητρα εγκληματικής δράσης, τον ιδιαίτερο ψυχισμό του ατόμου που οδηγείται στο έγκλημα, τα στοιχεία που συνθέτουν το εγκληματικό προφίλ του, τις ειδικές συνθήκες διάπραξης του εγκλήματος, τις ευρύτερες κοινωνικές συνθήκες αλλά και το προφίλ του θύματος.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μεγάλα μέρη. Στο πρώτο μέρος ορίζεται η έννοια του criminal profiling, προσδιορίζονται οι σκοποί που επιτελεί και εξετάζεται η σχέση του με άλλες επιστήμες, καθώς και η συμβολή επιστημών στην ακριβέστερη απεικόνιση του ψυχο-εγκληματικού προφίλ. Αναλύονται επίσης παραδείγματα από τη διεθνή εγκληματολογική έρευνα, ενώ διερευνώνται τα χαρακτηριστικά που σύμφωνα με τους ειδικούς συνθέτουν το προφίλ των ανθρωποκτόνων κατ’ εξακολούθηση/serial killers, των βιαστών και των εμπρηστών. Από την άλλη, καταγράφονται οι αδυναμίες, τα προβλήματα και οι περιορισμοί του criminal profiling, οι αμφισβητήσεις της μεθόδου από επιστήμονες αλλά και οι τρόποι με τους οποίους μπορούν να ξεπεραστούν τα αρνητικά της μεθόδου, προκειμένου ο δημοσιογράφος-ερευνητής να αξιοποιήσει τα θετικά της στοιχεία προχωρώντας και εξελίσσοντας τη δική του έρευνα.

Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζονται πολύκροτες υποθέσεις που έχουν απασχολήσει τα ελληνικά ΜΜΕ και έχουν αποτελέσει αντικείμενο διερεύνησης του δημοσιογραφικού κόσμου ακόμα και για χρόνια.

Στα παραρτήματα που παρατίθενται στο τέλος ο αναγνώστης θα βρει ένα χρήσιμο ευρετήριο όρων, το οποίο χωρίζεται σε τέσσερις θεματικές ενότητες. Στην πρώτη ενότητα θα μπορέσει να αναζητήσει βασικούς ελληνικούς εγκληματολογικούς όρους, στη δεύτερη ελληνικούς νομικούς όρους, ενώ στην τρίτη και στην τέταρτη ενότητα θα βρει αγγλοσαξονικούς νομικούς και εγκληματολογικούς όρους, με τις αντίστοιχες ερμηνείες και επισήμανση των διαφορών μεταξύ αγγλοσαξονικών και ελληνικών όρων.

Η Σκιαγράφηση του ψυχολογικού προφίλ των εγκληματιών που απασχόλησαν τα ελληνικά ΜΜΕ (1993-2018) βασίζεται σε έρευνα ετών και αποσκοπεί στην εφαρμογή των αρχών του criminal profiling στο αστυνομικό ρεπορτάζ, ένα εγχείρημα που πραγματοποιείται για πρώτη φορά σε συσχετισμό με τα ελληνικά ΜΜΕ.

Το κεντρικό μήνυμα είναι ότι, σε μία εποχή όπου το έγκλημα διεθνοποιείται και λαμβάνει πιο σκληρές διαστάσεις, το criminal profiling μπορεί να ρίξει φως σε στοιχεία που αποδεικνύονται πολύτιμα όχι μόνο για την εξιχνίαση εγκλημάτων αλλά και για την πρόληψη ορισμένων μορφών εγκληματικότητας. Όπως όμως τονίζω, είναι διαφορετική διαδικασία και πρέπει να γίνεται απολύτως σεβαστή από τον δημοσιογραφικό κόσμο η διαχωριστική γραμμή μεταξύ ανάλυσης μίας συμπεριφοράς που έχει οδηγήσει σε μία εγκληματική πράξη από τον στιγματισμό προσώπων που αποτελεί παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Απόσπασμα από το βιβλίο

Μια ιδιότυπη «φιλία» και η «κατασκευή» ενός δολοφόνου

Ποια μπορεί να είναι η ψυχολογία βάσει της οποίας δρα ένας δολοφόνος «κατά παραγγελία» που όμως δεν σκοτώνει για προσωπικό όφελος ή οικονομικό κέρδος;

Μία πολύ ιδιαίτερη περίπτωση για τα ελληνικά εγκληματολογικά και ποινικά χρονικά είναι η υπόθεση του «παρκαδόρου κατά παραγγελία δολοφόνου», όπως χαρακτηρίστηκε στο αστυνομικό ρεπορτάζ. Μία υπόθεση που θα διερευνήσω ακολούθως, επιχειρώντας να αποτυπώσω το προφίλ ενός ανθρώπου που πείσθηκε να γίνει δολοφόνος. Στις 11 Ιανουαρίου του 1994 ο 40χρονος σκότωσε την επίσης 40χρονη οδοντίατρο ύστερα από δικές της επίμονες παρακλήσεις.

Επρόκειτο για μια ιδιότυπη «φιλία» που αναπτύχθηκε ανάμεσα στους δύο και είχε ως κατάληξη την «κατασκευή» ενός δολοφόνου. Η οδοντίατρος αναζητούσε έναν δολοφόνο για να τη βοηθήσει να απαλλαγεί από τη ζωή της, καθώς όπως η ίδια έλεγε υπέφερε εξαιτίας προσωπικών της προβλημάτων. Ο δράστης εργαζόταν σε παρκινγκ, όπου και τυχαία έγινε η γνωριμία τους, καθώς η οδοντίατρος άφηνε εκεί το αυτοκίνητό της καθημερινά για να πηγαίνει στο ιατρείο της. Η σχέση τους, από τα στοιχεία που συλλέγονται από τα ρεπορτάζ, ήταν στην αρχή τυπική, μέχρι τη στιγμή που η γυναίκα τον προσέγγισε και του πρότεινε να του φτιάξει τα δόντια.

Εκείνος την επισκέφτηκε στο ιατρείο της και παρόλο που δεν έφτιαξε τα δόντια του, γιατί φοβόταν τους οδοντιάτρους, όχι μόνο δεν σταμάτησε να την συναντά αλλά άρχισαν να αυξάνονται οι επαφές τους και να πηγαίνουν συχνά βόλτες με το αυτοκίνητο. Η γυναίκα του είχε δηλώσει ξεκάθαρα ότι ήθελε να δώσει τέλος στη ζωή της εξαιτίας προσωπικών της προβλημάτων, αλλά επειδή δεν μπορούσε μόνη της να το κάνει χρειαζόταν τη βοήθειά του. Εκείνος συνέχισε να την συναντά, θεωρώντας πως κατ’ αυτό τον τρόπο την βοηθούσε να βγάλει από το μυαλό της την αυτοκτονία και να ξεπεράσει τα προβλήματά της. Σε κάποια συνάντησή τους, του παρουσίασε ένα όπλο. Εκείνος το πήρε, όπως δήλωσε εκ των υστέρων, για να είναι σίγουρος ότι δεν θα το χρησιμοποιούσε για να αυτοκτονήσει. «Από τότε που μου έδειξε το όπλο, με το αυτοκίνητό της με έπαιρνε και με πήγαινε σε ερημικές τοποθεσίες της Κορίνθου, της Χαλκίδας, της Λαμίας και της Αττικής. Όταν φτάναμε στα ερημικά σημεία, μου ζητούσε να την σκοτώσω λέγοντάς μου ότι δεν μας έβλεπε κανένας επειδή ήταν ερημιά και νυχτερινές ώρες. Είχαμε πάει στις εν λόγω τοποθεσίες περίπου δέκα φορές».

Ανθρωποκτονία από πρόθεση με συναίνεση − Το χρονικό της υπόθεσης και η ποινική της εξέλιξη: Στις 11/01/1994 ο «κατά παραγγελία δολοφόνος» πυροβολεί τρεις φορές και σκοτώνει την οδοντίατρο μετά από δική της παρότρυνση. Πρόκειται για έγκλημα ανθρωποκτονίας με συναίνεση,εξαιρετικά σπάνια τόσο στα ελληνικά όσο και στα διεθνή εγκληματολογικά χρονικά. Το Δικαστήριο δέχθηκε ανθρωποκτονία από πρόθεση, παράνομη οπλοκατοχή, οπλοφορία και οπλοχρησία κι επέβαλλε ποινή κάθειρξης 12 ετών και 9 μηνών με πλειοψηφία 4-3.Μετά από άσκηση έφεσης και σε δεύτερο βαθμό, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο τον κήρυξε και πάλι ένοχο για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Τον καταδίκασε σε κάθειρξη 12 ετών και 6 μηνών, μειωμένη κατά τρεις μήνες από την πρωτόδικη απόφαση, ενώ του αναγνώρισε το ελαφρυντικό τού προτέρου εντίμου βίου.

Το «παιχνίδι θανάτου»: Επιχειρώντας να απεικονίσω το προφίλ του ατόμου που προβαίνει σε έναν κατά παραγγελία φόνο, χωρίς προσωπικό όφελος, στέκομαι ερευνητικά σε δύο σημεία, τα οποία μου προξενούν μεγάλη εντύπωση:

• Πρώτον, στο γεγονός ότι ο δράστης πείσθηκε να δολοφονήσει το θύμα, με το οποίο δεν τον ένωνε κάποιος μακροχρόνιος φιλικός δεσμός ούτε είχαν οικογενειακή σχέση, ώστε να μην μπορεί εύκολα να κοπεί ο δεσμός μεταξύ τους. Η γνωριμία τους έγινε τυχαία, σε ένα παρκινγκ, συνεπώς δεν τους ένωναν δυνατές εμπειρίες ζωής που θα μπορούσαν να τους φέρουν τόσο κοντά και να δημιουργήσουν τις «κατάλληλες» συνθήκες ώστε να διαπραχθεί το έγκλημα.

• Δεύτερον, το θύμα δεν έπασχε από κάποια ανίατη ασθένεια ώστε ο δράστης να πεισθεί ότι είναι μία μη αναστρέψιμη κατάσταση για τη ζωή του θύματος. Στην εν λόγω περίπτωση το θύμα φαίνεται να υποφέρει σε ψυχικό επίπεδο, άρα ο δράστης θα μπορούσε να σκεφτεί και να επιμείνει στη λύση της ψυχιατρικής βοήθειας. Θα μπορούσε να διακόψει τις επαφές και να ενημερώσει την οικογένειά της, ακόμα και να απευθυνθεί σε έναν ειδικό, ώστε να της προσφέρει ουσιαστική βοήθεια. Τελικά, όμως, πείθεται από το θύμα και διαπράττει το έγκλημα.

Τι αποδεικνύουν συνεπώς τα παραπάνω στοιχεία για την ψυχοσύνθεσή του; Κατά την κρίση μου, το σοβαρότερο λάθος του −ή να το θέσω καλύτερα− η μοιραία επιλογή του ήταν ότι δεν σταμάτησε έγκαιρα τις επαφές με το θύμα. Το γεγονός ότι επισκέφτηκαν δέκα φορές τις ερημικές τοποθεσίες, μέσα στη νύχτα μάλιστα, λειτούργησε πολύ αρνητικά στην ψυχοσύνθεση τού «κατά παραγγελία δολοφονία» που άρχισε να κλονίζεται και να καλλιεργείται μέσα στην ψυχή του η άποψη ότι ενδεχομένως με τον φόνο να «λυτρώσει» τη γυναίκα, ότι δεν υπάρχει άλλη διέξοδος για να ξεφύγει από όλα όσα την πλήγωναν και την ταλαιπωρούσαν ψυχικά.

Οι συχνές επισκέψεις τους στις ερημικές τοποθεσίες, σε συνδυασμό με τις εξομολογήσεις του θύματος, δημιούργησαν το «σκηνικό» του εγκλήματος, προτού καν διαπραχθεί το έγκλημα, ενώ ο δράστης στη διάρκεια αυτών των νυχτερινών συναντήσεων έγινε τελικά ο πρωταγωνιστής ενός «παιχνιδιού θανάτου» από το οποίο δεν μπορούσε πλέον να βγει. Εξίσου μοιραία επιλογή του ότι κράτησε το όπλο −άρα το όργανο του εγκλήματος− το οποίο ήταν εύκολο να χρησιμοποιηθεί σε μία εύθραυστη στιγμή και των δύο.

Αγγελική Καρδαρά
Δρ. Τμήματος ΕΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών, Φιλόλογος,
Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος

Η ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΤΟΥ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΡΟΦΙΛ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΩΝ ΠΟΥ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΑΝ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΜΕ (1993-2018), με Σκέψεις Εισαγωγικές του Ομότιμου Καθηγητή Εγκληματολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Γιάννη Πανούση και με Προλογικό Σημείωμα του Ομότιμου Καθηγητή Εγκληματολογίας ΤΕΙ Δυτικής Ελλάδας, κ. Χρήστου Τσουραμάνη, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαζήση (σελ.: 282, τιμή: €13,78). Είναι το πέμπτο βιβλίο της Αγγελικής Φ. Καρδαρά και εντάσσεται στην ευρύτερη θεματική “Criminal Profiling & Media”.

Η Αγγελική Φ. Καρδαρά γεννήθηκε στην Αθήνα και έχει καταγωγή τα Κρέστενα Ηλείας. Έχει σπουδάσει Ελληνική Φιλολογία, με ειδίκευση στη Μεσαιωνική και Νεοελληνική Λογοτεχνία. Εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με θέμα τον γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας του έγκλειστου πληθυσμού των ελληνικών φυλακών και Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας, κ. Γιάννη Πανούση.
Σήμερα εργάζεται στον συναρπαστικό και γεμάτο προκλήσεις χώρο της εκπαίδευσης. Δίδαξε δημοσιογραφία στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας, το οποίο εκπροσωπούσε στην Ελλάδα το κρατικό βρετανικό Πανεπιστήμιο Wolverhampton (CPJ Athens/University of Wolverhampton). Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Παράλληλα, η μεγάλη της αγάπη για τις ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά) την οδήγησε στο να ιδρύσει το 2007 το δικό της Διδασκαλείο Ξένων Γλωσσών.
Το έτος 2014 ξεκίνησε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των εκπαιδευτικών εξ αποστάσεως προγραμμάτων (e-learning), έχοντας αναλάβει τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Εγκληματολογίας, κ. Γιάννης Πανούσης). Από τον Οκτώβριο του 2016 συνεργάζεται με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε) ως Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα, ενώ τον Ιανουάριο του 2020 ανέλαβε Επιστημονικά Υπεύθυνη του «Crime & Media Lab» του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (e-keme.gr/crime-μedia-lab/). Τον Απρίλιο του 2019 πραγματοποίησε το σεμινάριο «Στιγματιστικός Λόγος, Ωφελούμενοι και Ανθρώπινα Δικαιώματα» στο Social Dynamo του Ιδρύματος Μποδοσάκη. Παράλληλα συνεχίζει την οργάνωση σεμιναριακών μαθημάτων και διαλέξεων στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της, ενώ αυτή την περίοδο αναλαμβάνει τον συντονισμό μίας σημαντικής επιστημονικής έρευνας.
Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα σε συσχετισμό με τα media, την αρθρογραφία και τη συγγραφή. Από τον Ιούλιο του 2016 αρθρογραφεί στο site πολιτισμού και τέχνης https://www.postmodern.gr/ στις στήλες της «Έγκλημα και Media» και «Εκπαίδευση». Άρθρα της δημοσιεύονται επίσης στο site http://www.bloko.gr/ για ζητήματα επικαιρότητας εγκληματολογικού, κοινωνικού και εκπαιδευτικού ενδιαφέροντος.
Έχει κάνει δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά και έχει εκδώσει τα βιβλία: Τρομοκρατία και ΜΜΕ (εκδόσεις ΑΝΤ. Ν. ΣΑΚΚΟΥΛΑ), Όταν η ψυχή μιλάει (εκδόσεις ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ), Φυλακή και Γλώσσα (εκδόσεις ΑΝΤ. Ν. ΣΑΚΚΟΥΛΑ), Εγχειρίδιο Εγκληματολογίας για τον Αστυνομικό και Δικαστικό Συντάκτη (εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ), Σκιαγράφηση του ψυχολογικού προφίλ των εγκληματιών που απασχόλησαν τα ελληνικά ΜΜΕ (1993-2018): Criminal Profiling and Media (εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ).
H συγγραφέας, αυτήν τη χρονική περίοδο, ολοκληρώνει το έκτο βιβλίο της.
Προσωπική ιστοσελίδα: https://aggelikikardara.wordpress.com/

Μοιράσου το άρθρο:



Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο