Τουρίστας στην πόλη | Ταξιδιωτικά Νέα


«Και γιατί, μαμά, τσακώθηκε η Αθηνά με τον Ποσειδώνα;»

Υπό κανονικές συνθήκες η ερώτηση του μικρού επισκέπτη της Ακρόπολης δεν θα έφθανε στα αυτιά μου, κάμποσα μέτρα μακριά. Υπό κανονικές συνθήκες επίσης, μια περιήγηση στην τουριστική Αθήνα τελευταία Κυριακή του Μαΐου δεν θα ήταν τόσο ξεκούραστη όσο αυτή που απόλαυσα ανάμεσα σε άλλους «τουρίστες στην πόλη μας». «Να πας οπωσδήποτε, θα είσαι μόνος σου», με παρακινούσαν φίλοι για μέρες, και ο συνδυασμός δροσερού καιρού, ανοικτής εστίασης (για το απαραίτητο διάλειμμα ανεφοδιασμού) και μιας έντονης επιθυμίας επανασύνδεσης με την πόλη με έστειλε να περπατώ κάπου 13 χιλιόμετρα πέρα δώθε στο πιο γοητευτικό κομμάτι της.

Αγόρασα λοιπόν το ενιαίο εισιτήριο των 30 ευρώ στο εκδοτήριο του Ναού του Ολυμπίου Διός, όπου ήμουν όντως ολομόναχος (ομολογώ ότι η έλλειψη επισκεπτών αναδείκνυε και τις ανάγκες μιας κάποιας αναβάθμισης του χώρου). Συνέχισα ανηφορίζοντας στον Ιερό Βράχο. Aκροβολισμένοι αρχαιοφύλακες έδιναν ευγενικά τις κατευθύνσεις, οι επισκέπτες κινούνταν οργανωμένα τηρώντας αποστάσεις, γονείς αφηγούνταν στα παιδιά τους ιστορίες για τη χρυσελεφάντινη Αθηνά, σποραδικά άκουγες και ξένες γλώσσες, αλλά υποθέτω ότι ήταν μεταξύ πολιτογραφημένων Αθηναίων. Όλα έμοιαζαν να κινούνται αργά και ήσυχα, και όλοι είχαμε τον χώρο και τον χρόνο να βγάλουμε τον ερασιτέχνη φωτογράφο που κρύβεται μέσα μας.

Αλίμονο, η δική μου καλλιτεχνική διάθεση έπεσε και… τσακίστηκε, λίγη ώρα μετά, από τα βραχάκια του Αρείου Πάγου, που πνίγεται στα σκουπίδια. Άρχισα να βρίζω από μέσα μου τους «δράστες». Αντίστοιχη οργή ένιωσα και αργότερα, στο μνημείο του Φιλοπάππου, βλέποντας τα ονόματα «Άντζυ + Λουκάς» γραμμένα σε ένα μαρμάρινο παγκάκι. Άραγε το ειδύλλιό τους να συνεχίζεται; Άξιζε τουλάχιστον τον κόπο ο βανδαλισμός;

Ευτυχώς, άλλα ερεθίσματα στη συνέχεια της βόλτας με βοήθησαν να ξεχαστώ ή μάλλον να θυμηθώ ότι η Αθήνα, όταν προσπαθείς να τη δεις με «άλλα» μάτια, παραμένει μια γοητευτική πόλη. «Έλα, λίγο ακόμα μας έμεινε», διαβεβαίωνε μια μητέρα το ξεθεωμένο κοριτσάκι της στην ανάβαση του λόφου. «Να δω αν μου λες αλήθεια», η απάντηση της μικρής. Ένας γερο-μπουζουξής έπαιζε νωχελικά στα σκαλιά των Αναφιώτικων. Οι πλανόδιοι με τα κοσμήματα και τα μπιχλιμπίδια ανέμεναν πελάτες στωικά. Στην πλατεία της Μητρόπολης παιδάκια μάθαιναν πατίνι, παρέες γευμάτιζαν χαλαρά και ο ήχος της καμπάνας σε έκανε να νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε χωριό.

Εν ολίγοις, ωραία ήταν η «παρένθεση», για να επανεκτιμήσουμε αυτό που έχουμε. Καιρός να έρθουν και οι επισκέπτες μας, για να το μοιραστούμε μαζί τους.

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο