«Το αγόρι που γύρευε τις μυρωδιές



Ζούσε κάποτε μια κοπελίτσα σε χωριό θαλασσινό. Ωραία κοπέλα και συνεσταλμένη. Το όνομά της κι αυτό ωραίο, φλοίσβιζε, έτσι όπως φιλά η θάλασσα την άμμο κι ακούγεται ο ήχος ο γλυκύτατος, ο καθησυχαστικός· ο φλοίσβος. Και το όνομα της κοπελίτσας σαν φλοίσβος ακουγόταν: Φιφιλιφυλίτσα λεγόταν. «Όμορφη Φιφιλιφυλίτσα, καλημέρα!» τη χαιρετούσαν όλοι και εκείνη κοκκίνιζε. Είπαμε, ήταν ντροπαλή.

Όμως η Φιφιλιφυλίτσα, Τριανταφυλλιά ήταν βαφτισμένη· είχε λάβει το όνομα της γιαγιάς της. Πλην η κοπελίτσα έτσι και μεγάλωσε λίγο, ξεθάρρεψε· πολύ, θα έλεγα: Αρνήθηκε το βαφτιστικό της όνομα. «Ούτε φυτό είμαι ούτε αγκάθια έχω». «Τριανταφυλλίτσα» πρότεινε γλυκά η μάνα της. Και σε αυτό στάθηκε αρνητική. Ώσπου η μητέρα σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε και, «Φυλίτσα… Φυλίτσα θα σε φωνάζουμε». Συγκατένευσε η κοπελιά, μα η μάνα τη φώναζε και Φιλί και Φι, και με τον καιρό το όνομα ήρθε κι έγινε Φιφιλιφυλίτσα! Ωραίο, γλυκόηχο όνομα, έστω και αν καμιά φορά κάποιος που θα την καλούσε βιαστικά τη… Φιφιλιφυλίτσα μπορούσε και να πάθει γλωσσοδέτη.

Ωραίο όνομα και ωραία κοπέλα! Και ένα χαμόγελο όλο μοσκοβολιά! Μα δεν μοσκοβολούσε μόνο το γέλιο της, μοσκοβολούσαν και τα ρούχα της. Και οι φορεσιές της, και κομμάτια φυλαγμένα της προίκας (σεντόνια και κεντήματα, παπλώματα, κουβέρτες, ω, χρώματα κι αρώματα!). Έτυχε και τα άπλωσε στη λιακάδα μια μέρα η μάνα της κι ήρθε κι άστραψε και ευωδίασε η γειτονιά. Και οι πέρα γειτονιές. Και οι κοντινές πολιτείες. Και οι μακρινές.

Και λοιπόν όλοι άφησαν δουλειές, υποχρεώσεις, σπίτια και παρέες και έτρεξαν προς τα εκεί από όπου ξεχύνονταν μαυλιστικά τα ανάκουστα αρώματα. Εννοείται πως τα παλικάρια έτρεξαν με περισσότερη λαχτάρα. Θαύμαζαν, ανάσαιναν και, «Όμορφα που ’ναι τα ρούχα σου, Φιφιλιφυλίτσα! Και πώς ευωδιάζουνε!». Και, φυσικά, όλοι ήθελαν να την παντρευτούν· το ήθελαν επίμονα, ωστόσο η ευωδιαστή κοπέλα δεν έστεργε. Και οι νέοι έφευγαν λυπημένοι μα γύριζαν ξανά. Τόσος ο έρωτάς τους! Και μονάχα ένας, μόνο ένας νέος από τους πολλούς, ούτε που έδωσε σημασία· αγαπούσε τη δουλειά του κι άλλο τίποτα δεν επιθυμούσε. Να όμως που η Φιφιλιφυλίτσα πληροφορήθηκε ότι κάπου υπήρχε κάποιος που ούτε την ονειρευόταν ούτε καν τη νοιαζόταν. Τότε κι εκείνη, έτσι, στα ξαφνικά καρδιοχτύπησε. «Αυτόν θέλω, αυτόν που ακόμα δεν ήρθε», ψέλλισε κι έστειλε να τον αναζητήσουν και εκείνος έσπευσε και θαύμασε και χάιδεψε τα εξαίσια ρούχα, μα δεν οσφράνθηκε το παραμικρό. Δεν οσφράνθηκε αλλά αισθάνθηκε. Κάτι δυνατό, κάτι πολύτιμο και πρωτόγνωρο – αισθάνθηκε την αγάπη. Μια αγάπη για τη Φυλίτσα που όμοιά της δεν υπήρχε. Μα επειδή θεώρησε πως ο έρωτάς του δίχως τις μυρωδιές θα ήταν καταδικασμένος, «Θα πάω να βρω τις μυρωδιές!» της φώναξε να τον ακούσει από το παράθυρο, και η νέα τού απάντησε: «Μέχρι τότε θα ’μαι εδώ και θα σε περιμένω».

Ιδιαιτέρως τερπνές οι ευωδιές που κυκλοφορούν ανεμπόδιστες, δυνατές, ευφραντικές στις σελίδες της, ικανές να ζωντανέψουν συγκινήσεις και επιθυμίες, καρδιοχτύπια και αναμονές…

Ξημερώματα, το αγόρι έσυρε βάρκα στη θάλασσα και σαλπάρισε:

Πάω να βρω τις μυρωδιές,
να τις μυρίσω,
κι όποτε γυρίσω

Πέρασε καιρός, πολύς καιρός, και το παλικάρι ταξίδευε μακριά αναζητώντας τις μυρωδιές. Η αναζήτηση. Πάντα η αναζήτηση. Και στα παραμύθια και στη ζωή. Εξάλλου, ζωή και παραμύθι μπλέκονται γλυκά – ιδίως όταν οι ήρωές τους αναζητούν γη, αγάπη, δίκαιο, περνούν τα σαράντα κύματα και αφρισμένα ποτάμια, πατούν σε βουνοκορφές, σε χιονισμένα ρέματα, μπαίνουν σε σκοτεινά στοιχειωμένα δάση, ερωτεύονται έως θανάτου νεραϊδικά, προκειμένου να εκπληρώσουν μια υπόσχεση ή υποχρέωση, ένα χρέος, να πετύχουν κάποιον στόχο, να αγωνιστούν για τον ιερό σκοπό που τους δίνει της ψυχής το μεγαλείο και του νου την απόλαυση. Αναζητώντας ο άνθρωπος ίδρυσε πολιτείες, προσκύνησε θεούς, πίστεψε, κατοίκησε ερημιές, βρήκε την ίαση ψυχής και σώματος. Και να λοιπόν ο νέος στο παραμύθι της Χριστίνας Φραγκεσκάκη ταλαιπωρήθηκε, του μάτωσαν τα χέρια, κάμφθηκαν τα κουράγια του, άραξε σε άγνωστα λιμάνια, είδε τόπους ολάνθιστους, γνώρισε καινούργιους ανθρώπους και γεύσεις, μα δεν ευφράνθηκε η καρδούλα του από τη γλύκα των αρωμάτων. Και πήγαινε. Και δεν υποχωρούσε…

Όταν –ύστερα από κόπους– επέστρεψε στον τόπο του, είδε τη Φιφιλιφυλίτσα να τον περιμένει στο μπαλκόνι. Ευωδίαζε το δέρμα της, τα ρούχα της, η αγκαλιά της. Μα ευωδίαζε και το σεμνό, ταπεινό φυτό που εκείνος είχε φέρει από το ταξίδι –βασιλικός το όνομα που του δόθηκε– και, όπως ξέρουμε, βαστάει την ευωδιά καιρό. «Βασιλικός κι αν μαραθεί, τη μυρωδιά την έχει», είπε ο λαός μας.

Στα κατσαρά σου τα μαλλιά
λαλούν αηδόνια και βιολιά
τραγουδούσε τώρα στην αγάπη του ο πλανταγμένος νέος…

Πολύ όμορφο το παραμύθι της ενηλικίωσης και του συγκλονιστικού πρώτου έρωτα που έγραψε η Χριστίνα Φραγκεσκάκη με τη γνωστή ευαισθησία της, όπως πάντα, τη λεπτότητα έκφρασης, τη χάρη του λόγου και τις λαμπερές εικόνες που αντανακλούν ευωδιές λησμονημένες και αισθήματα αγαλλίασης. Ιδιαιτέρως τερπνές οι ευωδιές που chfrageskkκυκλοφορούν ανεμπόδιστες, δυνατές, ευφραντικές στις σελίδες της, ικανές να ζωντανέψουν συγκινήσεις και επιθυμίες, καρδιοχτύπια και αναμονές…

Ωραίος, πολύ ωραίος και εδώ ο Αλέξης Κυριτσόπουλος: Λαγαρός, διαυγής, γεμάτος εικόνες χάρης και περιπέτειας – στάθηκε επάξια στο πλάι της Φιφιλιφυλίτσας, αλλά παραστάθηκε και στο «αγόρι που γύρευε τις μυρωδιές».

 

Το αγόρι που γύρευε τις μυρωδιές
Χριστίνα Φραγκεσκάκη
εικονογράφηση: Αλέξης Κυριτσόπουλος
Εκδόσεις Πατάκη
48 σελ.
ISBN 978-960-16-8061-3
Τιμή €10,90
001 patakis eshop

Η Ελένη Σαραντίτη είναι συγγραφέας και κριτικός βιβλίου.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο