«Το δωμάτιο της ποίησης» του Μπίλι Κόλινς



Φωτογραφία: Αλέξιος Μάινας / Alexios Mainas

μετάφραση: Μάνια Μεζίτη

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Ζητώ να πάρουν ένα ποίημα
και να το κρατήσουν κόντρα στο φως
σαν έγχρωμο σλάιντ

ή να κολλήσουν το αυτί στην κυψέλη του.

Ρίξτε, λέω, ένα ποντίκι στο ποίημα
και παρατηρήστε το να σκάβει την οδό διαφυγής

ή περπατήστε στο δωμάτιο του ποιήματος
και ψηλαφίστε τους τοίχους να βρείτε πού ανάβει το φως.

Εγώ θέλω να κάνουν θαλάσσιο σκι
απ’ άκρη σ’ άκρη στην επιφάνεια του ποιήματος
χαιρετώντας τ’ όνομα του συγγραφέα στην ακτή.

Μα το μόνο που θέλουν εκείνοι
είναι να δέσουν το ποίημα σε μια καρέκλα με σκοινί
και να το βασανίσουν ώσπου να ομολογήσει.

Αρχίζουν να του ρίχνουν με μια μάνικα
για να εξακριβώσουν τι πραγματικά θέλει να πει.

 

ΠΕΙΝΑ

Η αλεπού που κουβαλάς στον ώμο
μέσα σ’ έναν σκούρο σάκο
άνοιξε μια τρύπα με μαχαίρι
και δραπέτευσε.

Το ξαφνικό ξαλάφρωμα σε οδηγεί στη σκέψη
ότι είσαι πιο δυνατός
όταν επιστρέφεις στο εξοχικό σπιτάκι σου
μέσα απ’ το δάσος που σκεπάζει τον κόσμο.

 

ΤΟΜΟΙ

Στη βιβλιοθήκη μου υπάρχει ένα τμήμα για τον θάνατο
κι άλλο ένα για την Ιστορία της Ιρλανδίας·
λίγα ράφια για την ποίηση της Κίνας και της Ιαπωνίας,
και στο κέντρο μια σειρά ατάραχα εγκυκλοπαιδικά βιβλία
όπου μπορείς να καταφύγεις οποιαδήποτε στιγμή
όποτε δεν πάει καλά η νύχτα
ή η μέρα γεμίζει άδειες υποσχέσεις.

Δεν έχω τίποτα ενάντια
στις σύντομες μονογραφίες, στις παράξενες απορίες,
σε μια σημείωση για την ταυτότητα του οδοντίατρου του Τσέχοφ,
όμως αυτό που προτιμώ μέρες σαν αυτές
είναι να σηκωθώ απ’ τον καναπέ,
να κατεβάσω την Παγκόσμια Ιστορία
και να κρατήσω στα χέρια μου ένα βιβλίο
που περιέχει σχεδόν τα πάντα
και δεν ζυγίζει πάνω από ένα σακί πατάτες
– πέντε κιλά ανακάλυψα κάποτε, όταν το έβαλα
στη μαύρη σιδερένια ζυγαριά
που είχε η μάνα μου συνήθως στην κουζίνα της,
εκείνη τη συσκευή που έβαζε πάνω
ορισμένη ποσότητα αλεύρι,
ορισμένη ποσότητα ψάρι.

Διάπλατα ανοιχτό πάνω στα πόδια μου
κάτω απ’ τον φωτεινό δακτύλιο της λάμπας
ένα τέτοιο βιβλίο πάντα έχει τον τρόπο
να ηρεμεί τα νεύρα
κατασιγάζοντας το ταραχώδες κύμα της πληροφορίας
που αφρίζει γύρω απ’ τη μέση μου
ακόμα κι αν ποτέ δεν αναφέρεται
στον σιωπηλό μόχθο των φτωχών,
στις ονειροπολήσεις των μπακάληδων και των ραφτάδων
ή στο πρόσωπο των μοναχών αντρών και γυναικών στα μονόκλινα δωμάτια –

ακόμα κι αν ποτέ δεν αναφέρεται στη μάνα μου,
μια και την θυμήθηκα πάλι,
που μόλις πέρσι κύλησε στην άκρη της γης
ξαπλωμένη στο ηλεκτρικό κρεβάτι της,
με το απαλό ροζ νυχτικό της
τα κοκαλιάρικα δάχτυλά της μπλεγμένα,
τα βαθουλωτά μάτια να κοιτάζουν προς τα πάνω
πάνω απ’ όλη τη γνώση,
πάνω από τις μικροσκοπικές φιγούρες της Ιστορίας,
κάποιες με στολή, άλλες όχι
που παρελαύνουν απ’ τις σελίδες
αυτού του απίστευτα ασήκωτου βιβλίου.

 

Ο Αμερικανός ποιητής Μπίλι Κόλινς (Billy Collins) γεννήθηκε το 1941 στη Νέα Υόρκη, όπου και ζει. Από το 2001 έως το 2003 διετέλεσε δαφνοστεφής ποιητής των ΗΠΑ. Είναι καθηγητής στο Lehman University και στο City University of New York. Έχει εκδώσει 18 ποιητικές συλλογές και έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία και διακρίσεις, μεταξύ των οποίων και το Βραβείο Μαρκ Τουέιν για το χιούμορ στην ποίηση. Είναι μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Γραμμάτων και Τεχνών.

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο