«Το λεμόνι» του Ανδρέα Μήτσου



(Στην Αντιγόνη Βλαβιανού)

«Κάθομαι ώρες και κοιτάζω το νερό στις πλάκες,
ώσπου, τέλος, γίνεται πρόσωπο που μου μοιάζει
και φέγγει από όλη την περασμένη μου ζωή»
(Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, Σάββατο 18 Γ’)

Όλα έχουν νόημα. Όλα κρύβουν νόημα. Ένα πεσμένο φύλλο δέντρου, μια μικρή πέτρα, μεταφέρουν το δικό τους νόημα, το οποίο υπακούει σε μια νομοτέλεια και εξυπηρετεί πάντα συγκεκριμένο σκοπό. Είναι η μόνη βεβαιότητα που κράτησα στη ζωή μου. Ούτε υπάρχει το τυχαίο. Δεν μπορεί να συναινεί, και το παραμικρό ακόμη πράγμα, στην ακύρωση του λόγου για τον οποίο γεννήθηκε.

Για να φανερωθεί από μόνη της, χωρίς κανείς να την έχει φυτέψει, μια λεμονιά στην αυλή μου, μπροστά στο παραθύρι μου, κάτι θέλει να μου διαμηνύσει. Κάποιος. Από κάποιον τόπο. Κάποιον τόπο από όπου δεν δύναται να έλθει αλλιώς σ’ επαφή μαζί μου.

Πολύ περισσότερο, όταν αυτή η λεμονιά βγάζει τον επόμενο χρόνο ένα μόνο λεμόνι. Μεγάλο σαν πεπόνι.

Το κόβω, λοιπόν, εγώ και το παρατηρώ, τρέμοντας από συγκίνηση. Η μια πλευρά του είναι γυαλιστερή και απαλή σαν σώμα γυναικείο. Ξεκινά, αυτό το σώμα, λίγο πιο κάτω από τον λαιμό, με δύο κρουστά στήθη, στιλπνή κοιλιά κι ανάγλυφο, στην πάσα λεπτομέρειά του, αιδοίο.

Το γυρίζω γρήγορα από την άλλη και η συγκίνησή μου μεγαλώνει. Το τεράστιο λεμόνι έχει σ’ αυτή την πλευρά του, στο κάτω μέρος της, εφτά κορφές. Όπως ένα βουνό με εφτά λόφους. Και τούτο θα μπορούσε να το εντάξει κανείς στα παράξενα της φύσης, αλλά το ότι η κάθε κορφή σχηματίζει ένα κεφάλι με ευδιάκριτα κοινά χαρακτηριστικά –εφτά φορές οι μύτες, τα μάτια, το στόμα, το σαγόνι, τ’ αυτιά του ίδιου προσώπου– δεν το λες φυσιολογικό.

Το ’χω πια καιρό μες στο ψυγείο το λεμόνι. Κάθε τόσο ανοίγω διστακτικά την κατάψυξη, το παίρνω στα χέρια μου και το κοιτώ για ώρα. Αν πω επί πολλές ώρες, το ξέρω πως κινδυνεύω να χαρακτηριστώ ανάλογα.

Αυτό το πρόσωπο κάτι μού θυμίζει, κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να το βρω. Που οφείλω να ανακαλέσω στη μνήμη μου και να το ανασύρω στην επιφάνεια.

Το λεμόνι, όσο μένει κλεισμένο στο ψυγείο, κιτρινίζει όλο και πιο πολύ. Το κάθε ένα πρόσωπο στη σειρά, μαραζώνει. Το επόμενο, μάλιστα, πολύ περισσότερο από το προηγούμενό του.

Δεν γίνεται να το κρατώ άλλο φυλακισμένο, καταλαβαίνω κάποτε. Θα συρρικνωθεί, θα σαπίσει, θα βρομίσει εκεί μέσα. Πρέπει κάτι να κάνω, ν’ αναλάβω τις ευθύνες μου, να συντελέσω στην ανάδειξη του κρυμμένου νοήματος, να λάβει αυτό υπόσταση, ν’ αποκαλυφθεί. Και πρέπει να δράσω άμεσα, χωρίς μεγαλύτερη καθυστέρηση. Αφού σε μένα έλαχε να το φανερώσω.

Παίρνω μαχαίρι και καρφώνω το μαραζωμένο λεμόνι κάτω από το ένα γυναικείο στήθος, το αριστερό, στο μέρος της καρδιάς. Γεμίζουν τα χέρια μου αίματα, τα πόδια, τα ρούχα μου. Αδράχνω μια λεκάνη, το πετάω μέσα. Πλημμυρίζει η λεκάνη αίμα. Αίμα ζεστό, ανθρώπινο.

Κυλάει αργά από την άλλη πλευρά του το λεμόνι και το πρόσωπο έχει τώρα μια γκριμάτσα αφόρητου πόνου πάνω του. Μια έκφραση οδύνης. Και στις εφτά ίδιες μορφές του. Όλες υποφέρουν, και σαν όλες ν’ αλλάζουν χαρακτηριστικά, ν’ αλλοιώνονται τα χαρακτηριστικά τους, να γίνονται άλλα πλέον, διαφορετικά, τα πρόσωπα. Σβήνει εκείνο το ένα, ξεθωριάζει, χάνεται, εξαφανίζεται.

Χώνω βιαστικά τη λεκάνη στην κατάψυξη, κλείνω με δύναμη την πόρτα του ψυγείου, τρέχω στον επάνω όροφο, στο μπάνιο. Έχω τον ίδιο αφόρητο πόνο. Βιώνω παρόμοια οδύνη.

Μένω ώρες μες στην μπανιέρα. Θέλω να ξεπλυθώ, θέλω να καθαρίσω.

Έναν ολόκληρο μήνα έκανα ν’ ανοίξω το ψυγείο. Το αίμα είχε πήξει στη λεκάνη, είχε γίνει μια μεγάλη μάζα ζελέ. Στο κέντρο της ακριβώς το λεμόνι. Αναζωογονημένο όμως τώρα, σχεδόν φρέσκο. Με εκείνο το πρόσωπο επάνω του, να ’χει επιστρέψει. Και στις εφτά ίδιες μορφές του. Και γύρω γύρω του, το αίμα.

Σαν την άλω του φεγγαριού να πω, για να γίνω λίγο ποιητικός. Κίτρινο το μεγάλο λεμόνι, κατακόκκινη η άλως ολόγυρά του.

Έντρομος, αδειάζω το πηγμένο αίμα στον νεροχύτη και μπήγω το στιλέτο, για δεύτερη φορά, κάτω από το αριστερό βυζί. Με οργή. Με οργή και με μίσος. Βιάζομαι, έχω αγωνία να διαπιστώσω, να επιβεβαιώσω τις υποψίες μου. Ούτε και μπορώ να τη βλέπω άλλο μπροστά μου, ολοζώντανη, ετούτη τη μορφή. Μια να ψυχομαχεί και την επομένη να παίρνει μικρή παράταση ζωής μες στο ψυγείο. Πρέπει να τη σβήσω, να την εξαφανίσω. Πρέπει ν’ απαλλαγώ απ’ αυτήν.

Ξεχύνεται με ορμή το σάπιο αίμα, ξεπλένεται το φρικτό πρόσωπο, ξεθωριάζει πάλι και χάνεται.

Το ’χω σκοτώσει. Το ’χω εξοντώσει.

Αρκεί, δηλαδή, να μη φυλακιστεί ξανά, για να πεθάνει μια για πάντα. Χρειάζεται μόνο η σφαγή να έχει συντελεσθεί απ’ έξω, τη λίγη ώρα που βρίσκεται έξω απ’ τη φυλακή του. Κι αυτό στον κόσμο.

Ετούτο και τίποτε παραπάνω.

«Φτάνει να μην κλειστεί μετά μες στο ψυγείο, για να χαθεί εκείνο το πρόσωπο, οριστικά και αμετάκλητα», επαναλαμβάνω δυνατά για να το ακούσω και να το πιστέψω.

Δεν μπορεί, επομένως, να συνεχίζεται για χρόνια ατελείωτα αυτή η κωμωδία, αντιλαμβάνομαι. Δεν πάει άλλο.

Κι αμέσως γυρίζει ο κόσμος όλος ανάποδα. Πρέπει πια ν’ αποφασίσω. Να τελειώνω. Να βάλω τέρμα στο μαρτύριό μου.

Σπεύδω, παρ’ όλα αυτά, να το κρύψω, όπως όπως, για μια ακόμα φορά, μες στο ψυγείο. Φοβάμαι, δειλιάζω. Δεν είμαι εγώ γι’ αυτά. Όσο και να το διακρίνω, να το ’χω λάβει και να το είδα το μήνυμα. Γιατί έρχεται η στιγμή που αστράφτει μπροστά σου, που κιτρινίζει ξαφνικά ο κόσμος και τα βλέπεις τότε αλλιώτικα τα πράγματα. Όπως πράγματι είναι. Κίτρινα.

Φοβάμαι, το σκέφτομαι όμως μέρα-νύχτα. Αυτή είναι η αλήθεια. Τι πρέπει να κάνω από εδώ και μπρος. Τώρα που το κατάλαβα πώς σταματά να μαραζώνει και αποκτά ξανά μια αχνή, μια προσωρινή, έστω, ζωή, μια ζωή υπό προθεσμία, εκείνο το έγκλειστο πρόσωπο. Τώρα που το διαπίστωσα. Ότι θα πρέπει να βγει το σκοτωμένο αίμα, τον ελάχιστο χρόνο που βρίσκεται απ’ έξω, ελεύθερο, προτού να κρυφτεί ξανά, για να συνεχίσει να μουχλιάζει και να σαπίζει εκεί μέσα. Ότι για να πάρει ετούτη την ασήμαντη πνοή χαράς θα πρέπει να ματώσει. Ότι μόνον απ’ έξω μπορεί να ζει και να πεθαίνει. Και πως γι’ αυτό χρειάζεται μαχαίρι.

Καταλαβαίνω ακόμα, για πρώτη μου φορά, ότι το μαχαίρι μπορεί να φέρει κι άλλες, τελεσίδικες λύσεις. Τελεσίδικες και σωτήριες. Το γνωρίζω, εξάλλου, καλά. Τίποτε δεν είναι τυχαίο κι εγώ για συγκεκριμένο λόγο έχω επιλεγεί. Για ν’ αναδείξω το νόημα, να φέρω στο φως το μήνυμα. Κι αυτό δεν είναι δυνατόν να το αποφύγω. Είμαι υποχρεωμένος να δικαιώσω, πάση θυσία, την εμφάνιση του λεμονιού, τον σκοπό της φανέρωσής του σ’ εμένα. Οφείλω, είμαι ταγμένος, να πραγματώσω εγώ ο ίδιος την εντελέχεια της ύπαρξής του. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

Όμως, όταν θα έχω εκτελέσει αυτό που μου διαμηνύει, ό,τι μου παραγγέλνει να πράξω το λεμόνι, εκείνη τη στιγμή θα μπορέσω, εκείνη ακριβώς τη στιγμή θ’ αξιωθώ να δώσω νόημα και στη δική μου ζωή. Και να σωθώ.

Πρέπει να βάλω μόνο τώρα το μυαλό μου να δουλέψει, πρέπει τώρα να σκεφτώ δυνατά, έντονα. Χρειάζεται να σπάσω τα όριά μου, να υπερβώ τις δυνάμεις μου, τον εαυτό μου. Πρέπει να καταργήσω τον εαυτό μου. Και να φτάσω ως τον πάτο, στου πηγαδιού τον πάτο.

Όσο να βρω τον βυθό, μέχρι να πιάσω χώμα. Εκεί θ’ αποφασίσω. Εκεί κάτω θα διαλέξω.
Τότε θα μου δοθεί η λύτρωση.

 

Πολύ κοντά στο μεγάλο παράθυρο, στην αυλή του σπιτιού του στο χωριό, όπου περνούσε τον μισό περίπου χρόνο του δραπετεύοντας από το κλεινόν άστυ, υπάρχει ένα παμπάλαιο πετρόχτιστο πηγάδι. Μέσα σ’ αυτό το πηγάδι βρέθηκε ένα πρωί να επιπλέει το τυμπανιαίο πτώμα.

Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει, να βρει τον λόγο για τον οποίο, ο καθ’ όλα συνετός, ο ήπιος εκείνος άνθρωπος, προέβη στο απονενοημένο διάβημα.

Πώς θα ήταν άλλωστε ποτέ δυνατόν να υποπτευθεί κάποιος το θανάσιμο μίσος που του κατέτρωγε τα σωθικά, που τον μαράζωνε, που του πάγωνε το κορμί; Αφού ούτε κι αυτός ο ίδιος το γνώριζε, ως τη μέρα που φύτρωσε μπροστά στο παραθύρι του εκείνη η λεμονιά. Με το παράξενο κίτρινο λεμόνι της.

Τότε αναγκάστηκε ν’ αποφασίσει. Είχε να διαλέξει ανάμεσα στην αυτοκτονία και τον φόνο. Και διάλεξε το πρώτο.

Μιαν άλλη εκδοχή διατύπωσε ένας γείτονάς του, ο μόνος που έκανε παρέα μαζί του κι έλεγε πως τον ήξερε καλά, παρόλο που καθόντανε πάντα σιωπηλοί οι δυο τους στην αυλή του σπιτιού κι ελάχιστες κουβέντες αντήλλασσαν. Αυτός ισχυρίστηκε πως ήταν στη λογική του Παύλου Ν., να πηδήσει μες στο βαθύ πηγάδι για να βρει εκεί έναν κρυμμένο θησαυρό, ή για ν’ αποκαλύψει κάποιο άλλο, ίσως, σκοτεινό μυστικό, χωρίς βέβαια μια τέτοια εξήγηση να δώσει σε κανέναν την παραμικρή ικανοποίηση. Να πιστέψουν, θέλω να πω, πως επρόκειτο για έναν άνθρωπο αλαφροΐσκιωτο και φαντασμένο.

Όπως και η χήρα πλέον γυναίκα του, δεν μπόρεσε να εξηγήσει τι ήθελε ένα τεράστιο λεμόνι μέσα σε μια λεκάνη στο ψυγείο της. Κοίταξε τη λεκάνη, είδε το πηγμένο αίμα, τον ολοζώντανο ζελέ να τρέμει σύγκορμος, σαν ζωντανός, και στη μέση της λεκάνης το λεμόνι, ολόφρεσκο. Λες κι είχε κοπεί την ίδια εκείνη μέρα.

«Σαγκουίνι, ένα μεγάλο σαγκουίνι!» αναφώνησε.

Δεν γνώριζε η ανίδεη ότι τα σαγκουίνια είναι μόνο πορτοκάλια, πως δεν υπάρχουν λεμόνια σαγκουίνια, λεμόνια που χύνουν κόκκινο αίμα όμοιο με το ανθρώπινο.

Πήρε κι αυτή το μαχαίρι και το έκοψε σε πολλές μικρές φέτες. Το τρώει κάθε μέρα με ιδιαίτερη ευχαρίστηση, με σπάνια ηδονή. Το τρώει και το λεμόνι δε λέει να τελειώσει.

Ούτε και είδε, φυσικά, η γυναίκα ετούτη τις εφτά κορφές με το ίδιο παγωμένο ανδρικό πρόσωπο αποτυπωμένο στην κορφή τής κάθε μιας. Δεν το γύρισε ποτέ της απ’ την άλλη του μεριά.

Είναι, επίσης, εξίσου πιθανό, για να μη γίνομαι άδικος, μόλις βρέθηκε στην κουζίνα της, να άνοιξε το ψυγείο, να βρήκε μέσα το παραμορφωμένο πρόσωπο, να το ’πιασε στα χέρια της, ν’ ανέβηκε και να το ’ριξε αηδιασμένη στην τουαλέτα. Θα τράβηξε μετά το καζανάκι και θα κατέβηκε τρέχοντας τις ξύλινες σκάλες του πάνω ορόφου, όπου τα υπνοδωμάτια και το μπάνιο.

Σε μια τέτοια περίπτωση, όμως, είμαι σίγουρος πως της έμεινε το βουητό τού καταρράκτη από το καζανάκι κι ότι σύντομα κουφάθηκε. Δεν το αποκλείω μάλιστα καθόλου, έτσι όπως κατέβαινε ορμητικά τις σκάλες, σ’ αυτόν τον ελάχιστο χρόνο, να συνειδητοποίησε πράγματα, να έκανε βαθύτερες σκέψεις και να τρόμαξε. Οπότε, πάνω στον πανικό της, κουτρουβάλησε στα ξύλινα σκαλιά, έσπασε τη μέση της και άφησε εκεί, στο μεγάλο πλατύσκαλο, την τελευταία της πνοή.

Γιατί δεν μπορεί να χάνεται, να πεθαίνει ο άλλος, χωρίς κανείς να συναισθανθεί την απουσία του, δίχως να πληρώσει, να καταθέσει ανάλογο τίμημα για την απώλειά του.

Να πήγε, δηλαδή, ο άνθρωπος εκείνος άδικα, σαν το σκυλί στ’ αμπέλι.

 

Ο Ανδρέας Μήτσου σπούδασε Αγγλική Λογοτεχνία και Ελληνική Φιλολογία. Είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας. Εργάστηκε ως φιλόλογος στη δημόσια εκπαίδευση και διετέλεσε σύμβουλος φιλολόγων στην Αθήνα. Έχει εκδώσει εννέα συλλογές διηγημάτων, πέντε μυθιστορήματα και δύο νουβέλες. Το μυθιστόρημά του Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου (Εκδόσεις Καστανιώτη) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος το 1996 και η συλλογή διηγημάτων Σφήκες (Εκδόσεις Καστανιώτη) με το Βραβείο Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών (Ουράνη) το 2002. Η νουβέλα Ο κύριος Επισκοπάκης (Εκδόσεις Καστανιώτη) απέσπασε το 2007 το Βραβείο Αναγνωστών (ΕΚΕΒΙ-ΕΡΤ). Το 2016, του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για τη συλλογή Η εξαίσια γυναίκα και τα ψάρια (Εκδόσεις Καστανιώτη). Έργα του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Τελευταίο του βιβλίο το μυθιστόρημα Η αστυνόμος (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2019).

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο