«Το σεντούκι που γύρευε το κλειδί του»



Χαρακτηρίζοντας ο συγγραφέας Παναγιώτης Κουσαθανάς τα κείμενά του ως «Διηγήσεις», ασφαλώς μας πείθει, παρά τη λογοτεχνική τους μετατροπή, παρά την πεζογραφική τους περιποίηση, παρά την τεχνική επεξεργασία που έχουν δεχτεί, πως η ουσία είναι ότι αποδίδουν πραγματικά γεγονότα, πως κατά κάποιον τρόπο είναι αληθινές, πως ξεκινούν από ρεαλιστικά ερεθίσματα. Έτσι, τόσο η ζωή του κοσμοπολίτικου νησιού του Αιγαίου (στα προηγούμενα έργα του ο συγγραφέας αφιέρωνε πολλές σελίδες και πολύ κόπο, προκειμένου να καταγγείλει την απίστευτη επέλαση των νεόπλουτων αλλά και του διεθνούς τζετ σετ με ποτά και μουσικές, αλλά και κάθε είδους άλλη καθιερωμένη πράξη βανδαλισμού, στο παρόν βιβλίο όμως –ίσως επειδή περάσαν και τα χρόνια– δεν είναι ιδιαίτερα καυστικός), της Μυκόνου, παίρνει σάρκα και οστά από μια διαφορετική όμως σκοπιά, από εκείνη του μόνιμου κατοίκου, ο οποίος ζει και τον χειμώνα εκεί, αναπτύσσει σχέσεις με τους υπόλοιπους διαβιούντες, όσο και οι συνήθειες των ανθρώπων (σχεδόν με λαογραφική επιμονή) γίνονται αντικείμενο αφηγηματικής προοπτικής και παραπέρα ψυχογραφικής σχέσης με τους ανθρώπους που τόσα χρόνια ακολουθούν τον Κουσαθανά σε αυτόν τον μοναχικό του αγώνα. Ο δημιουργός είναι όχι απλώς ένας τεράστιος αφηγητής, όχι απλώς ένας συναρπαστικός παραμυθάς, όχι απλώς σε συνεπαίρνει με τον τρόπο με τον οποίο γράφει, αλλά άλλο είναι το ατού του, άλλο είναι το δυνατό του σημείο, άλλη είναι η συγγραφική του μανιέρα και αυτό το άλλο είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί. Πράγματι, με προδιαγραφές παπαδιαμαντικές προσαρμόζεται στην καρδιά του Αιγαίου, με λέξεις άγνωστες στους περισσότερους, με ρυθμό, με ζωντάνια, με αφομοίωση των τοπικών συνθηκών, με έξαψη των λαογραφικών στοιχείων, ο Κουσαθανάς γίνεται ο βασικός μας συνομιλητής σε ό,τι αφορά την προϊστορία, την ιστορία και τη σύγχρονη εποχή ενός τόπου, έστω και εν μέσω ακραίων δυσμορφιών. Η γλώσσα λοιπόν είναι το κυριότερο εφόδιο ενός ιδιαίτερα μορφωμένου και καλλιεργημένου ατόμου όταν δημιουργεί (και όχι μόνο στη λογοτεχνία αλλά και στις μελέτες του, τις οποίες προσωπικά δεν έχω παρακολουθήσει όσο θα έπρεπε –σε αντίθεση με τα πεζά του–, δεν είναι όμως λίγοι εκείνοι που για οτιδήποτε θέλουν για τη Μύκονο ανατρέχουν αμέσως εκεί), έτσι που το αποτέλεσμα να ξεπερνά κατά πολύ εμπνεύσεις άλλων δημιουργών (που και εκείνοι μπορεί να μιλάνε με τέτοια ένταση για τον τόπο τους) και παράλληλα να υπάρχει αναγνωστική προσδοκία στο άκουσμα ενός νέου βιβλίου του συγγραφέα Παναγιώτη Κουσαθανά.

Ο ποιητής, πεζογράφος, λαογράφος και μελετητής Παναγιώτης Κουσαθανάς, φθάνοντας πλέον σε μια ηλικία κρίσιμη θα την έλεγα, όπως όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί ανά τους αιώνες, θα ήταν άδικο να μην τον απασχολεί το ζήτημα του θανάτου. Συνεπαίρνει το μυαλό του αλλά και τη γραφή του το θέμα της απώλειας, της απουσίας, της μετοίκισης ίσως, του φευγιού από αυτή τη ζωή, από αυτόν τον κόσμο. Σε όλες του τις διηγήσεις, ενώ ξεκινά από το βιωματικό ερέθισμα, ενώ παρακολουθεί λογοτεχνικά το εμπειρικό γεγονός, συστρέφει τον λόγο του (θα έλεγα, αν δεν με παρεξηγούσε κάποιος, εντελώς εγωιστικά) γύρω από το πρόσωπό του, συνδέοντάς το με το θέμα της ακατάσχετης αγωνίας για το πώς αυτό θα συμβεί. Η μεγάλη αγκίστρωση τόσο του μυαλού όσο και της καρδιάς του που παρατηρείται στα γραπτά του δεν φτάνει στα όρια της έντονης θανατοπληξίας, παρ’ όλα αυτά είναι ιδιαίτερα παρούσα και εμφανίζεται πολλαπλώς. Ένας ακόμη συγγραφέας, ο οποίος και κατέθεσε έργο το οποίο θα συζητιέται και μετά την αναχώρησή του από τον μάταιο τούτο κόσμο, δεν θα λάβει απάντηση για το τι είναι η ζωή, πού πηγαίνουμε όταν κλείνουμε τα μάτια, γιατί ήρθαμε στον κόσμο και ένα σωρό άλλα φιλοσοφικά ερωτήματα και γενικά θα προσπαθεί να ερμηνεύσει τη βίωση, την καθημερινότητα, τα μικρά και ουσιώδη, τις χαρές και τις λύπες με τρόπο που συνάδει στο βάρος της σκέψης του, η οποία όσο βολική εμφανίζεται σε κάποια σημεία, τόσο περισσότερες δυσκολίες σε υγιείς απαντήσεις συναντά.

Συνεπαίρνει το μυαλό του αλλά και τη γραφή του το θέμα της απώλειας, της απουσίας, της μετοίκισης ίσως, του φευγιού από αυτή τη ζωή, από αυτόν τον κόσμο.

Όλες οι διηγήσεις του Κουσαθανά, πλην μίας, είναι πολύ υψηλού ποιοτικού επιπέδου. Περιγραφικές, αναλυτικές, ψυχολογικές, καταγγελτικές, ανθρώπινες. Ξεχώρισα τέσσερις: «Χωρίς βουβό συμπαραστάτη», «Η Οπαλίνα», «Κάμα-σούτρα» και την ομώνυμη της συλλογής. (Δεν θα πέσω στην παγίδα να μιλήσω για τους μύθους τους, άλλωστε αυτό είναι θέμα του κάθε αναγνώστη ξεχωριστά.) Εκείνο όμως που θα επαναλάβω είναι ότι όλες αφορούν απλούς κατοίκους του νησιού, άλλους παλιότερους, άλλους πιο νέους, συγκρίνοντας τις ιδιότητές τους, τις οποίες οι πολύ παρατηρητικοί δημιουργοί αφαιρούν προκειμένου να τους περάσουν στην αθανασία, όπως οι ήρωες του Παπαδιαμάντη και του Βιζυηνού, του Θεοτόκη, του Μητσάκη και του Βουτυρά.

Κάθε φορά που πιάνω ένα καινούργιο βιβλίο του Κουσαθανά στα χέρια μου (πέρα από το θαυμάσιο αισθητικό αποτέλεσμα, με το οποίο οι Εκδόσεις Ίνδικτος το παρουσιάζουν) κυριολεκτικώς ανατριχιάζω, η καρδιά μου πεταρίζει για το τι περισσότερο έχει εμπνευστεί ο συγκεκριμένος συγγραφέας αυτή τη στιγμή. Και αφήνω οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση, προκειμένου να ασχοληθώ μαζί του, να το διαβάσω και να γράψω. Και όχι μόνο δεν με απογοητεύει, όχι μόνο και δεν δυσφορώ, το αντίθετο, όλο και κάτι νέο προσφέρει στην ιδεολογική και φιλοσοφική του σοβαρή κατάθεση, έτσι ώστε η συνέχεια να αποτελεί την κυρίαρχη ιδιομορφία του. Εδώ, σε αυτή τη δημιουργική εκτόνωση, η γλώσσα βρίσκεται στην πρώτη προτεραιότητα, γίνεται το μέσο με το οποίο πρέπει να περάσει τις ιστορίες όσο το δυνατόν πιο πειστικά (αλλά και όχι, συνάμα με το απαιτούμενο ψεύδος που διαθέτει όλη τη μαγεία), γίνεται η λεωφόρος (αλλά και το καλντερίμι) για να δει βαθιά μέσα στις ψυχές των συγχωριανών του, γίνεται το πηγάδι από το οποίο αντλεί καθαρό νερό άφταστης λογοτεχνικής τρυφερότητας, γίνεται το λεπίδι με kousthansτο οποίο θα χειρουργήσει ένα πολύ ευαίσθητο περιστατικό. Και επίσης, γίνεται η ανησυχία, η αμηχανία μπρος στον θάνατο, ο οποίος έρχεται έτσι κι αλλιώς, ο οποίος κόβει το νήμα της ζωής όλων μας (ο θάνατος είναι η μοναδική αλήθεια της ζωής, λέει ο λαός μας). Άρα, με την ευχή να έχουμε για πολύ χρόνο ακόμη κοντά μας έναν δημιουργό γνήσιο, αισθαντικό και ατόφιο, να έχουμε και εμείς χρόνο να διαβάσουμε ό,τι ετοιμάζει για το μέλλον, προτείνω τη συγκεκριμένη συλλογή με όλες μου τις δυνάμεις, για διάβασμα και συζήτηση, για σχόλια και κριτική.

 

Το σεντούκι που γύρευε το κλειδί του
Παναγιώτης Κουσαθανάς
Ίνδικτος
160 σελ.
ISBN 978-960-518-474-2
Τιμή €16,00
001 patakis eshop

Ο Χρίστος Παπαγεωργίου είναι ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο