«Το τέλος του φιλιού, όπως… το τέλος της Ιστορίας;» της Παρασκευής Κοψιδά-Βρεττού



«Το τέλος της Ιστορίας» γεννήθηκε –ανεπιτυχώς, όπως η ίδια η πραγματικότητα έδειξε στη συνέχεια–, από ένα κοσμοϊστορικό γεγονός: την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Ένα άλλο, διαφορετικό στην αφετηρία του γεγονός, αλλά και με παγκόσμιες πολιτικοκοινωνικές και οικονομικές διαστάσεις, η πανδημία του κορονοϊού, έρχεται τώρα να θέσει τέλος(;) σε παγιωμένες συμπεριφορές και ζωτικές εκφράσεις της κουλτούρας μας.

Όλα μοιάζουν απειλητικά σε τούτη την παράξενη και πρωτόγνωρη ιστορία που ξεκίνησε λίγους μήνες πριν. Και που πήρε διαστάσεις μιας παγκόσμιας εφιαλτικής εμπειρίας, άγνωστο πότε και πώς –ή, το σπουδαιότερο, αν– θα τελειώσει. Έχει αρχίσει να ψιθυρίζεται ότι μετά τον απρόσμενο αυτόν επισκέπτη «τίποτε δεν θα είναι πια όπως πριν». Το υποστηρίζουν, βασισμένοι σε παροντικά δεδομένα αλλά και σε μελλοντικά σενάρια, ειδικοί επιστήμονες, ερευνητές, ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι, πολιτικοί. Και το αναπαράγουν δραματικά οι δημοσιογράφοι.

Είναι γεγονός, εν εξελίξει ακόμα, ότι αίφνης έχουν μεταβληθεί τα πάντα. Όχι μόνον τα «μεγάλα» της ζωής, ατομικής και συλλογικής, αλλά και τα «μικρά». Συνήθειες, κώδικες, κοινωνικές συμπεριφορές, καθημερινότητα. Και μαζί με τη σημειολογία της κοινωνικότητας, αλλάζουν και οι εκφράσεις των συναισθημάτων, αυτού του συλλογικού κώδικα μη λεκτικών εκφράσεων, που ωστόσο ομογενοποιεί πολιτισμικά την ανθρώπινη αισθαντικότητα. Και «εξημερώνει» τόσο τα μικρά όσο και τα μεγάλα πάθη…

Ανάμεσα σ’ αυτούς τους κώδικες είναι και η απτική, λεγόμενη, επικοινωνία, η συναισθηματική προσέγγιση και η έκφραση κάθε τονικότητας των συναισθημάτων μας. Κυρίαρχη θέση στον πολιτισμό της Δύσης κατέχει το φιλί, το οποίο αναγιγνώσκουμε ως έναν κοινό, οικουμενικό συμβολισμό μιας παλέτας ποικίλων συναισθημάτων και αναφορών σε αξίες και ιδεώδη. Πριν από τη βίαιη εισβολή του κορονοϊού, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πως θα εξέλειπε αυταρχικά από τη ζωή μας και μάλιστα με την προϊούσα συναίνεσή μας. Και μαζεύουμε συναισθήματα και περιορίζουμε σε «κιβώτια ανάγκης» χειρονομίες, εκφράσεις, εκδηλώσεις – όλα συναισθήματα που έχουν όμως –και απαιτούν– την κωδικοποιημένη «γλώσσα» τους για να εκτονωθούν, να κοινωνήσουν με τους αποδέκτες τους. Το μόνο που παρηγορεί είναι η προσωρινότητα… και αν όμως ουδέν μονιμότερον αυτής;

Η σημερινή στέρηση των βασικών ανακλαστικών μας, όπως είναι το φιλί, μας προσφέρει την ευκαιρία να εξετάσουμε την πολιτισμική του «ταυτότητα» και συμπεριφορά μέσα στον χρόνο και στον τόπο, με άλλα λόγια την ιστορικότητά του. Οι κατακτήσεις του μέσα στους ανθρώπινους πολιτισμούς, τα χειρονομιακά του υποκατάστατα, η εθνογραφική και η ανθρωπολογική χαρτογράφησή του. Όχι μόνο από την περιέργεια της γνώσης, αλλά και για να κρίνουμε πόσο αναγκαία μάς είναι μια χειρονομία που την έχουμε (;) ταυτίσει με τη βιολογία μας ή πόσο επώδυνη και τραυματική μπορεί να γίνει η βίαιη αποκοπή μας απ’ αυτή.

 Είναι σχεδόν αδιανόητο να φανταστούμε μια κοινωνία –την κοινωνία μας– χωρίς αυτή την «αυθόρμητη», όπως θεωρούμε, εκδήλωση της εγγύτητάς μας προς τον άλλον άνθρωπο.

Στο πολύ ενδιαφέρον συλλογικό έργο με τίτλο: The Kiss in History[1], μια συμβολή στην Πολιτισμική Ιστορία, οι συγγραφείς του τόμου «εκδράμουν» στις διάφορες εξελικτικές εκδοχές του φιλιού στον ευρωπαϊκό χώρο και στις σημασίες του – από την περίοδο της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης έως τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εστιάζοντας κυρίως στη Βρετανία. Το φιλί ως δείγμα στοργής – το μητρικό φιλί, το ερωτικό φιλί, το τελετουργικό (θρησκευτικό) φιλί, το φιλί του σεβασμού μεταξύ κοινωνικά άνισων ατόμων, το φιλί της ειρήνης, το φιλί των μαγισσών του Μεσαίωνα, ακόμα και το «φιλί της ζωής» (για το οποίο ο Luke Davidson αναφέρει ότι ενώ είχε προταθεί από μέλη της Royal Society του Λονδίνου για να σώζει τις ζωές των ανθρώπων ύστερα από πνιγμό, δεν έγινε αποδεκτό εξαιτίας των ερωτικών του συνδηλώσεων). Το «πολιτικό φιλί» της χειραφέτησης των γυναικών κατά τον 18ο αιώνα, σε σατιρικά καρτούν της εποχής, με τις δούκισσες του Devonshire και του Portland να επιδίδονται σε άσεμνα φιλιά –και σε τολμηρά σημεία των ανδρών–, προκειμένου να κερδίσουν ψήφους. Το «φιλί του νεκρού», μεταξύ των στρατιωτών στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που ο Ινδός συγγραφέας Santanu Das γράφει ότι ήταν μια συμβολική πράξη που προσδοκούσε «ανάσταση». Όλα αυτά και άλλα ακόμα είδη φιλιών, από τα κοινωνικά και τελετουργικά μέχρι τα πιο προσωπικά, γνώρισαν περιόδους ακμής και περιόδους παρακμής ή και εξαφάνισης (για τα πρώτα). Η απελευθέρωση των γυναικών ωστόσο και η χαλάρωση των αυστηρών ηθών έδωσε στον 20ό αιώνα, τόσο στο ερωτικό όσο και στο κοινωνικό φιλί, την άνεση της καθημερινής χειρονομίας. Αυτό που συμπεραίνουμε είναι οι πολιτισμικές διακυμάνσεις του φιλιού, η διαφοροποίηση των πλαισίων και των ερμηνειών του – πολύ πέρα από το να θεωρηθεί μια απλή παρορμητική ή ενστικτώδης χειρονομία.

Ας μετακινηθούμε για λίγο στον χώρο της ανθρωπολογίας: Πόσο κοινή και οικεία εμπειρία είναι το φιλί στους διάφορους –έξω από την Ευρώπη– πολιτισμούς; Και αν υπάρχει, ποια η «μορφολογία» και η συμβολική του ερμηνεία; Ανάμεσα σε δεκάδες σχετικές έρευνες και ακαδημαϊκές εργασίες, ένα σχετικά πρόσφατο άρθρο (2015) των Jankowiak, Volsche Garcia στο κορυφαίο περιοδικό American Anthropoligist[2] αμφισβητεί την ιδέα ότι το, οικείο στον πολιτισμό μας, ρομαντικό-ερωτικό φιλί είναι μια καθολική πολιτισμική εμπειρία. Τα συμπεράσματά τους στηρίζονται στην εκτεταμένη έρευνα που διεξήγαγαν οι παραπάνω ερευνητές σε βάσεις δεδομένων (από το eHRAF World Cultures και το Standard Cross Cultural Sample), από τις οποίες προέκυψε ένα σύνολο 168 πολιτισμών. (Από τις 34 εθνοτικές ομάδες των ΗΠΑ, ασχολήθηκαν μόνο με τους Αmish, οι οποίοι συνηθίζουν το φιλί.) Ταυτόχρονα, μελέτησαν 88 εθνογράφους (13 διαφορετικές κουλτούρες) και τις εργασίες τους σχετικά με το θέμα – οι περισσότερες είχαν πραγματοποιηθεί στις αρχές του 20ού αιώνα. Τα παγκόσμια εθνογραφικά δεδομένα καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το φιλί συναντάται μόνο στο 46% των πολιτισμών που εξετάστηκαν (77 πολιτισμοί). Το υπόλοιπο 54% (91 πολιτισμοί) δεν το γνωρίζουν. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι λαοί της Νοτιοαφρικανικής Thonga, όταν είδαν το 1890 πρώτη φορά τους Ευρωπαίους να ανταλλάσσουν αισθησιακά φιλιά, αισθάνθηκαν αηδία μπροστά σε μια τέτοια βιαιότητα… Εκατό χρόνια αργότερα, το ίδιο συνέβη και με τους Mehinaku της Αμαζονίας. Ο Πολωνός ανθρωπολόγος Bronislaw Malinowski (1884-1942), στην κλασική ανθρωπολογική του έρευνα στη Μελανησία[3] το 1929, περιγράφει την εντύπωση που προκαλούσε το φιλί στους νησιώτες Trobriand, οι οποίοι το χαρακτήριζαν ως μια μάλλον άνοστη και ανόητη μορφή ευχαρίστησης.

Η πρόσφατη έρευνα αποκαλύπτει ότι το ρομαντικό φιλί είναι συνηθέστερο στη Μέση Ανατολή και στην Ασία, και ελάχιστα γνωστό ανάμεσα στις κουλτούρες των κατοίκων της Κεντρικής Αμερικής. Οι ερευνητές αποφαίνονται επίσης ότι «κανένας εθνογράφος που δούλεψε με τους κατοίκους της Υποσαχάριας Αφρικής, της Νέας Γουινέας ή τους κτηνοτρόφους του Αμαζονίου, δεν ανέφερε ότι έγινε μάρτυρας κάποιας ευκαιρίας, κατά την οποία οι πληθυσμοί της έρευνάς του συμμετείχαν σε ένα ρομαντικό-σεξουαλικό φιλί». Το εντελώς αντίθετο είδαν να συμβαίνει στη Βόρεια Ασία και στη Βόρεια Αμερική. Αλλά και πολιτισμοί που συνηθίζουν το φιλί (π.χ. στην Κεντρική Αμερική), προσδίδουν σ’ αυτό άλλες νοηματοδοτήσεις: λατρείας, σεβασμού, κοινωνικής θέσης και όχι οικειότητας[4]. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Αιθιοπίας, όπου οι συγγενείς και φίλοι της Amhara φιλιούνται και στα δύο μάγουλα έπειτα από μακροχρόνιο χωρισμό, οι μεγαλύτεροι στην ηλικία ή ανώτεροι στην ιεραρχία φιλούν πρώτοι. Οι υπηρέτες και τα παιδιά χαιρετούν τους ανωτέρους τους φιλώντας τα πόδια τους, ενώ πράττουν το ίδιο σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για κάποια ευεργεσία ή εύνοια. Τάσεις εκδυτικοποίησης, μέσω του κινηματογράφου, στο Νότιο Σουδάν, την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα, είχαν μυήσει τους νέους του Nuer στο ερωτικό φιλί, το οποίο έχουν εντάξει στους κώδικες της ερωτικής τους συμπεριφοράς. Ενώ οι προηγούμενες γενιές, καθώς χρησιμοποιούσαν το φιλί για να εκφράσουν την αγάπη τους στα μικρά παιδιά, εξακολουθούν να περιφρονούν αυτή την ερωτική χειρονομία, θεωρώντας την ισοδύναμη με μια γελοία παιδικότητα. Oι Novios πάλι της Κεντρικής Αμερικής παραδοσιακά έχουν συνδέσει το φιλί με τη θρησκευτική λατρεία, φιλούν τους αγίους ή το χέρι του ιερέα. (Όταν ένα κορίτσι ρωτήθηκε αν φίλησε ποτέ τον αγαπημένο της, απάντησε αφοπλιστικά: Γιατί, είναι άγιος και πρέπει να τον φιλήσω;)[5]

Από εδώ θα μπορούσε ν’ αρχίσει να ξετυλίγεται το πιο σκαιό, το πιο σκοτεινό εναλλακτικό σενάριο του πολιτισμού μας!

Όταν ο Λευκάδιος Χερν βρέθηκε στην Ιαπωνία το 1890, με τη ματιά του ευαίσθητου εθνογράφου θα προσπαθήσει να κατανοήσει την πολιτισμική διαφορετικότητα των Ιαπώνων και να εξετάσει συγκριτικά τον άνθρωπο της Δύσης σε σχέση με τον άνθρωπο και τα ήθη του στην Άπω Ανατολή. Σε μιαν επιστολή του προς τον Page M. Baker, τον Ιούλιο του 1895, θα υπογραμμίσει τη διαφορετικότητα της αντίδρασης απέναντι στο φιλί: «Σχετικά με το φιλί στην Ιαπωνία: δεν υπάρχει φιλί. Το φιλί δεν είναι που “απαγορεύεται” εντελώς· – δεν υπάρχει απλώς παρόρμηση για φιλί μεταξύ των Τουρανικών φύλων. Όλα τα φύλα των Αρίων έχουν την παρόρμηση του φιλιού, ως στοργικό χαιρετισμό. Τα παιδιά δεν φιλούν τους γονείς τους· – αλλά η πίεση του μάγουλου του ενός στο μάγουλο του άλλου είναι σχεδόν το ίδιο πράγμα – σαν εκδήλωση. Οι μητέρες φιλούν τα μικρά τους· αλλά – πώς να σου το εξηγήσω; Το φιλί, όπως το καταλαβαίνουμε στη Δύση, δεν θεωρείται ως έκφραση στοργής, αλλά σεξουαλική παρόρμηση, ή κάτι παρόμοιο… Σε μας, η παρόρμηση ενός παιδιού να φιλήσει είναι απολύτως ενστικτώδης. Το παιδί της Ιαπωνίας δεν έχει τέτοια παρόρμηση. Αλλά ο τρόπος του να χαϊδεύει δεν του είναι λιγότερο ευχάριστος»[6].

Ερευνητικά τεκμηριώνεται, λοιπόν, ότι το φιλί –πέρα από τη βιολογική και ψυχολογική του ερμηνεία[7] και την επιστημονική ανάλυση της απόλαυσης που προκαλεί– δεν είναι ένα καθολικό πολιτισμικό δεδομένο. Ακόμα και στους πολιτισμούς που συναντάται ως εκφραστική χειρονομία, η σημειολογία και η νοηματοδότησή του διαφέρουν κατά πολύ, καθώς το φιλί καλύπτει πεδία από το θρησκευτικό-τελετουργικό μέχρι το ερωτικό-σεξουαλικό. Στον σύγχρονο Δυτικό πολιτισμό, η διαδεδομένη και εντεινόμενη παρουσία του φιλιού, η «στήριξη» και η ιδανίκευσή του μέσω της τέχνης (λογοτεχνία, κινηματογράφος, εικαστικές τέχνες) είναι αναπόσπαστο και δυναμικό στοιχείο της κοινωνικότητας του Δυτικού ανθρώπου, έκφραση οικειότητας, συναισθηματικής εγγύτητας, ερωτικού πάθους. Είναι σχεδόν αδιανόητο να φανταστούμε μια κοινωνία –την κοινωνία μας– χωρίς αυτή την «αυθόρμητη», όπως θεωρούμε, εκδήλωση της εγγύτητάς μας προς τον άλλον άνθρωπο. Αυτό το εξωτερικό συμβολοποιημένο στοιχείο «ανθρωπιάς» έχει προκαλέσει στον Δυτικό άνθρωπο –σταδιακά και στον εκδυτικισμένο κόσμο– ένα είδος εθισμού και ίσως κατάχρησης, «ενστικτώδες» ανακλαστικό της κοινωνικότητάς μας, με κάθε σημασία. Οι συναρπαστικές –ή και εφιαλτικές– εμπειρίες του αιώνα μας και ό,τι στο μέλλον τεκταίνεται, φέρουν την έννοια του υπερπραγματικού κόσμου (hyperreal world), όπως ο Jean Baudrillard τον προσδιόρισε: την αδυναμία δηλαδή της συνείδησης να διαχωρίσει την πραγματικότητα από την προσομοίωσή της[8] – όπως ο Νeo στο κινηματογραφικό The Matrix (1999) το εικονοποιεί.

Σήμερα μιλάμε άνετα για e-kiss[9], φιλί εξ αποστάσεως (στον κυβερνοχώρο), ενώ η τεχνολογία έχει προχωρήσει στην τεχνική κατασκευή του Kissenger[10] από σιλικόνη. (Πρόκειται για μικρή συσκευή εξοπλισμένη με χείλη από σιλικόνη, που επιτρέπει το «νιώσιμο» του ερωτικού φιλιού μέσω διαδικτύου. Τη συσκευή επινόησε ο καθηγητής Ρομποτικής Χοομάν Σαμανί, του Εθνικού Πανεπιστημίου της Σιγκαπούρης.)

Πολύ δύσκολα λοιπόν θα μπορούσαμε να ζήσουμε χωρίς το φιλί. Η εγκατάλειψή του θα ισοδυναμούσε με «πένθος», όπως η ψυχολογία χαρακτηρίζει κάθε επώδυνο αποχωρισμό. Και ποτέ, ακόμα περισσότερο, δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε μια «αυθεντία» να επιβάλει την απαγόρευση του φιλιού. Κανένας λογοτεχνικός μύθος, κανένα κινηματογραφικό σενάριο επιστημονικής φαντασίας δεν ξέρω να απαγόρευσε «διά νόμου» το φιλί ή το άγγιγμα των ανθρώπων.

Αντιμετωπίζουμε ωστόσο άμεσα μια ακραία απειλή, που ουσιαστικά μας θέτει ενώπιον της διλημματικής επιλογής: φιλί ή ζωή (πόσο διαφορετικό από το «φιλί της ζωής», όπου φιλί και ζωή αποτελούν μια ταυτολογία!). Ο σύγχρονος τεχνολογικός πολιτισμός –στον βαθμό που ευθύνεται και για τις μεταλλάξεις των ιών–, έρχεται να «ηγηθεί» της ζωής μας με τη μορφή μιας απαθούς αυταρχικότητας, η οποία στη συνέχεια εκβάλλει στις δομές συγκρότησης των ανθρώπινων κοινωνιών: ταρακουνώντας στην κυριολεξία, ως ακαριαία σεισμική δόνηση, όχι απλώς εξωτερικά δεδομένα, θεσμούς και σχέσεις, αλλά και εσώτερες καταστάσεις που συνιστούν την «οντολογία» μας.

Αυτή τη στιγμή έχουμε την παραμυθία της προσωρινότητας του κακού. Ευελπιστούμε στην επόμενη καλύτερη μέρα, που θα εξορκίσει τον ιό –η επιστήμη μας είναι πράγματι ακάματη και ευφυέστερη ίσως του κορονοϊού– και θα αποκαταστήσει την «κανονικότητα» (ως είθισται οι πολιτικοί να γράφουν και να λένε). Αυτό ωστόσο για το οποίο θα πρέπει στο εξής να επαγρυπνούμε, με όλη τη σοβαρότητα που οι έκτακτες συνθήκες επιτάσσουν, είναι μήπως αντί για τη δική μας κανονικότητα επικρατήσει η «κανονικότητα» του κορονοϊού σήμερα, αύριο μιας άλλης «τερατογένεσης», μεθαύριο άλλης… κ.ο.κ. Ο μεγάλος φόβος είναι μήπως αυτή η διάστροφη «κανονικότητα» μας βρει παντελώς απροετοίμαστους, άοπλους και μωρούς… Ή μήπως μας κλείσει ασφυκτικά το στόμα – και όχι μόνο με τη στέρηση του φιλιού, που λένε τα τραγούδια και τα ποιήματα… Από εδώ θα μπορούσε ν’ αρχίσει να ξετυλίγεται το πιο σκαιό, το πιο σκοτεινό εναλλακτικό σενάριο του πολιτισμού μας! Το απευχόμαστε. Αρκεί, άραγε;

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Karen Harvey (επιμ.), The Kiss in History, Manchester University Press, Manchester 2005.
[2] Jankowiak W., Volsche S., Garcia J.R., «Is the Romantic-Sexual Kiss a Near Human Universal?», American Ahthropologist, 117 (30, July) 2015.
[3] Malinowski, B., H. Ellis, The Sexual Life of Savages in North-Western Melanesia. An Ethnographic Account of Courtship, Marriage, and Family Life Among the Natives of the Trobriand Islands, British New Guinea, London 1929.
[4] Nash, J.C., «In the Eyes of the Ancestors: Belief and Behavior in a Mayan Community», New Haven, Conn. Yale University 1970.
[5] Lewis, O., «Life in a Mexican Village: Tepoztlan Restudied», Urbana: University of Illinois Press 1951.
[6] Bisland, E., Life and Letters of Lafcadio Hearn, vol. II, Boston and New York Houghton Mifflin Company, 1906, p. 264.
[7] Υπάρχει η «επιστήμη του φιλιού» που ονομάζεται Philematology (Φιληματολογία) και οι ειδικοί μελετητές Philematologists (Φιληματολόγοι) (από την αρχαία ελληνική λέξη «φίλημα»).
[8] Jean Baudrillard, Ομοιώματα και προσομοίωση, Πλέθρον, Αθήνα 2019.
[9] Βλ. σχετικά, Μarcel Danesi, The History of the Kiss! The Birth of Popular Culture, Palgrave Macmillan, U.S. 2013.
[10] https://imagineeringinstitute.org/kissenger/

Η Παρασκευή (Βιβή) Κοψιδά-Βρεττού είναι διδάκτωρ Φιλολογίας, συγγραφέας και ποιήτρια.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο