Χ. Νεράντζης – Κ. Βακαλόπουλος – Λ. Παπακώστας: «Το Μακεδονικό Ζήτημα»



Έχουν περάσει δυο χρόνια από την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών (18-6-2018), η οποία κυριάρχησε στον δημόσιο βίο της χώρας και με μικρότερη ένταση βέβαια συνεχίζει να τον απασχολεί. Ιδιαίτερα μετά το γαλλικό βέτο με συνεπικουρία Ολλανδίας και Δανίας, για την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων των δύο όμορων χωρών στο Συμβούλιο των Ευρωπαίων Αρχηγών Κρατών, αλλά και τις δηλώσεις Ζάεφ περί μη υλοποίησης της Συμφωνίας των Πρεσπών ως απάντηση στο βέτο, έστω και αν τις ανασκεύασε στη συνέχεια.

Πράγματι, το βέτο δημιούργησε ετερόκλητες αντιδράσεις στις υποψήφιες χώρες, όπως και ανησυχίες στον ευρύτερο χώρο των Βαλκανίων, για το μέλλον της περιοχής στις σημερινές εξαιρετικά ρευστές συνθήκες γεωπολιτικών ανακατατάξεων στο αμέσως γειτνιάζον πεδίο της Μέσης Ανατολής. Ανησυχίες οι οποίες αναζωπυρώνονται και στη χώρα μας στη σκιά της συνεχιζόμενης προκλητικότητας της Τουρκίας και των διαφαινόμενων σχεδιασμών της για δημιουργία τετελεσμένων, τα οποία «ευδοκιμούν» κατεξοχήν σε συνθήκες ρευστότητας και αστάθειας.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι η στάση των Μεγάλων της Ευρώπης (βέτο του Προέδρου Μακρόν και ανοχή της κ. Μέρκελ σε αυτό, εντούτοις υπέρμαχης της πάση θυσία λήξεως της εκκρεμότητας Αθηνών-Σκοπίων και της ένταξης των τελευταίων στους ευρωατλαντικούς θεσμούς) εμποδίζει την άμεση, όπως πολλοί ήλπισαν, διευθέτηση του Μακεδονικού με τη Συμφωνία των Πρεσπών, παρά τα σοβαρά ανοικτά ζητήματα που εμπεριέχει λόγω ελλιπών, ετεροβαρών και ανεπαρκών νομικών ρυθμίσεων και τους κινδύνους τους οποίους συνεπάγεται το ενδεχόμενο καταχρήσεων εκ μέρους των αντισυμβαλλομένων ή τρίτων.

Στο περιβάλλον αυτό, λοιπόν, η έκδοση ενός επίτομου συγγράμματος για το Μακεδονικό Ζήτημα στη διαχρονική του διάσταση, με τις προεκτάσεις του στον δημόσιο βίο της χώρας μας αλλά και σειράς γειτονικών χωρών, προεκτάσεις ιδίως διπλωματικές, γεωπολιτικές, οικονομικές, κοινωνιολογικές, ιδεολογικές, πολιτιστικές αλλά και εκκλησιαστικές, αποτελεί εξαιρετικά δύσκολο και «επικίνδυνο» εγχείρημα, αν συνεκτιμηθεί η εγγύτητα της έκδοσης προς τις πρόσφατες εξελίξεις. Παρά ταύτα, το εγχείρημα αποτόλμησε ο κ. Παπακώστας, ιστορικός-επιμελητής των Εκδόσεων Αγγελάκη, στην προοπτική μιας έκδοσης, η οποία –όπως σημειώνει ο εκδότης– προορίζεται «για το πλατύ αναγνωστικό κοινό, ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εποχής μας και φιλοδοξεί να παράσχει έργο με ιστορική αξία, στις πραγματικές του διαστάσεις, απαλλαγμένο από μισαλλοδοξία και φανατισμό».

Προκειμένου να επιτύχει στην προσπάθειά του για παρουσίαση ενός θέματος ιστορικής διαδρομής τουλάχιστον 150 ετών, εκτεινόμενου σε πολλαπλά γνωστικά-ερευνητικά πεδία, τα οποία αξιώνουν μάλλον συλλογική εργασία και μάλιστα σε χρονική απόσταση εξαιρετικά βραχεία από τις πρόσφατες εξελίξεις, ο συγγραφέας στηρίχτηκε-αξιοποίησε και «επικαιροποίησε» έργο του κ. Χρήστου Νεράντζη, δημοσιογράφου-μελετητή, και του καθηγητή της Ιστορίας του ΑΠΘ κ. Κων/νου Βακαλόπουλου, που εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Εμμ. Αγγελάκη προ πολλών ετών. Πρόκειται για το α’ μέρος του συγγράμματος, για την περίοδο 1867-1908, η αρχική σύλληψη του οποίου ανήκει στον κ. Νεράντζη, και για το β’ μέρος, για την περίοδο 1908-2000, πατρότητος του κ. Βακαλόπουλου. Το γ’ μέρος για τις σύγχρονες εξελίξεις, από το 2000 μέχρι σήμερα, πραγματεύεται αποκλειστικώς ο κ. Παπακώστας σε ένα εξαιρετικά σύνθετο περιβάλλον διπλωματικών πηγών και πληροφοριών των ΜΜΕ, όπως και προσέγγισης νομικών κειμένων, επιτυχούς, αν και μη νομικός ο ίδιος, προκειμένου να αχθεί σε ορισμένα συμπεράσματα.

Το α’ μέρος, ειδικότερα, αφορά στα δομικά, κατά τη γνώμη μου, στοιχεία τα οποία οριοθέτησαν τη γένεση και αρχική πορεία του Μακεδονικού Ζητήματος μέχρι την έναρξη της ένοπλης φάσης του, του Μακεδονικού Αγώνα για μας. Πρόκειται για τις διεθνείς σχέσεις ιδίως τσαρικής Ρωσίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και των λοιπών Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής – Αυστροουγγαρίας, Γερμανίας, Γαλλίας, Μεγάλης Βρετανίας και Ιταλίας, οι οποίες διαμορφώνουν πολιτικές μακροπρόθεσμες στην προοπτική της διάλυσης ή της διατήρησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, του Μεγάλου Ασθενούς της εποχής, μήτρας του Ανατολικού Ζητήματος. Αλλά και για τις διεθνείς σχέσεις των βαλκανικών κρατών, τα οποία βιώνουν την εθνική τους αναγέννηση και την κλιμακωτή/σταδιακή εθνική τους ολοκλήρωση, σε έναν χώρο στον οποίο η ανάμειξη των εθνοτήτων είναι υπαρκτή. Άλλωστε, στην ίδια εποχή ούτε και οι επικράτειες των Μεγάλων Δυνάμεων διακρίνονται για την εθνική τους ομοιογένεια.

 Δυστυχώς, δεν αρκούν οι επικλήσεις του διεθνούς δικαίου και της διεθνούς νομιμότητας, όταν δεν συναρτώνται προς υπαρκτή δύναμη αποτροπής και ουσιαστική βούληση διαχειρίσεώς της.

Αποτύπωση των εξελίξεων των σχέσεων αυτών, οι οποίες εξετάζονται κατά χρονολογική διαδρομή, αποτελούν οι διεθνείς συνθήκες της εποχής που αφορούν στη Μακεδονία (Συνθήκη Φεσλάου Ελλάδος και Σερβίας, 1867, Συνθήκη Αγ. Στεφάνου, 3-3-1878, Συνθήκη Βερολίνου, 18-7-1878 και 1-7-1880, μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, το Σχέδιο Μεταρρυθμίσεων Ρωσίας-Αυστροουγγαρίας προς τον Σουλτάνο, 1903, και μετά τους Βαλκανικούς η Συνθήκη του Βουκουρεστίου, 1913). Ανάλογη όμως είναι και η επίπτωση των εσωτερικών εθνικών πολιτικών, όπως της πανσλαβιστικής κίνησης στη Ρωσία, της υποβοήθησης των επεκτατικών βλέψεων της Αγίας Έδρας στη Βιέννη ή στην Ιταλία, στην προοπτική δημιουργίας σφαιρών επιρροής στη Βαλκανική, ή της επέκτασης ή/και δημιουργίας εμπορικών ή ενεργειακών οδών στην περίπτωση της Γαλλικής και της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Η σχετική παρουσίαση είναι στο α’ μέρος διεξοδική και καθιστά προφανή τη συνάρθρωση των πολιτικών των ευρωπαϊκών Δυνάμεων, ή ψυχρά των συμφερόντων τους, προς τη σημασία και τον ρόλο της καρδιάς της Βαλκανικής, της Μακεδονίας, προς αυτές. Σημείο το οποίο επαναλαμβάνεται στις μέρες μας με τα σχέδια των μελλοντικών ενεργειακών αγωγών, και όχι μόνο. Όλο αυτό το εκρηκτικό τοπίο εύλογα προκαλεί την έστω καθυστερημένη αντίδραση του ελληνικού στοιχείου, που οδηγείται νομοτελειακά σε έναν μακρύ, αδυσώπητο και σκληρό αγώνα, τον Μακεδονικό Αγώνα, ο οποίος παρουσιάζεται σε επίπεδο πρώιμο, οργανωτικό, επιχειρησιακό, οικονομικό ή και εκκλησιαστικό. Και αν σε ορισμένους γείτονες ή και σε ορισμένους ιδεολογικούς μειοψηφικούς χώρους της πατρίδας μας επιχειρήθηκε η αμαύρωση και δυσφήμησή του, ο Μακεδονικός Αγώνας αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο μετά το ’21 αγώνα του Γένους ολοκλήρου, και η αυτονόητη ένταξή του σε μια παρουσίαση του Μακεδονικού Ζητήματος επ’ ουδενί λόγω σηματοδοτεί αναζωπύρωση παθών ή φαλκιδεύει όρους καλής γειτονίας και συνύπαρξης. Άλλωστε, επιβεβαιώνοντας τα ανωτέρω κατέβαλε ο συγγραφέας προσπάθεια για την απαλλαγή του πρωτογενούς υλικού από στοιχεία που αναφέρονταν σε ακρότητες, οι οποίες πάντοτε ενυπάρχουν στους πολέμους, σε όλες τις πλευρές των εμπλεκομένων (δολοφονίες, μαζικές εκτελέσεις, διακηρύξεις μίσους, διώξεις αντιφρονούντων, ομηρίες κ.λπ.).

Το β’ μέρος επίσης αναπτύσσεται σε επίπεδο αλληλεπίδρασης με διεθνείς σχέσεις, με εσωτερικές πολιτικές, ιδίως των βαλκανικών κρατών, με ζητήματα εκπαιδευτικά αλλά και εφεξής, από τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου και εντεύθεν με ζητήματα εθνολογικά-μειονοτικά, εκκλησιαστικά, όπως και μετακίνησης πληθυσμών, είτε στο πλαίσιο της πολιτικής των Νεοτούρκων (μετακίνηση Βοσνίων στη Μακεδονία), είτε συνεπεία πολέμων, του Β’ Βαλκανικού και της Μικρασιατικής Εκστρατείας, όπως και διεθνών συνθηκών (Νεϊγύ, 1919, και Λωζάννης, 1923). Ιδιαίτερη σημασία στην περίοδο αυτή έχει η ευρύτερη διασύνδεση του Μακεδονικού Ζητήματος με το Βαλκανικό (1920) αρχικά και στη συνέχεια με το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα μετά τη συγκρότηση της Γ’ Διεθνούς (Κομιντέρν, τον Μάρτιο του 1919). Διασύνδεση η οποία θα προσδώσει και ιδεολογικά χαρακτηριστικά στη διαμάχη, θα επηρεάσει καθοριστικά την πολιτική του ΚΚΕ, τους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς του Τίτο και τις σχέσεις του με τον Στάλιν, θα έχει τραγικές επιπτώσεις στα ελληνικά πράγματα κατά τον Εμφύλιο, και βέβαια θα είναι αυτή που θα κυοφορήσει, μέσω της ομοσπονδιακής συγκρότησης της Γιουγκοσλαβίας στο Jajce (1946) τη γέννηση της «μακεδονικής» εθνότητας (αυτής που δέχεται η Συμφωνία των Πρεσπών) και τη δημιουργία της ομόσπονδης αρχικά και στη συνέχεια κρατικής οντότητας με το όνομα «Μακεδονία». Οι προεκτάσεις και συνέπειες αυτής της ιδεολογικοποίησης στη διεξαγωγή του ελληνικού Εμφυλίου, αλλά και σε επίπεδο διεθνές μετά τη λήξη του, επίσης παρατίθενται λόγω της προφανούς σημασίας τους στις μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο εξελίξεις.

Η ανάπτυξη του β’ μέρους ακολουθεί επίσης χρονολογική σειρά, η οποία σε συμπυκνωμένο-συμπαγές κείμενο ενδεχομένως κουράζει, αλλά λόγω ακριβώς της παράθεσης στοιχείων πολλαπλών γνωστικών προσεγγίσεων μάλλον είναι η πλέον ενδεδειγμένη.

Όμοια χρονολογική είναι και η παρουσίαση του γ’ μέρους, από την ανεξαρτητοποίηση της Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Μακεδονίας (ΟΔΜ) μέχρι τη Συμφωνία των Πρεσπών, εξίσου αναγκαία λόγω και της διεθνοποίησης του Μακεδονικού Ζητήματος, με άμεση εμπλοκή τόσο των ΗΠΑ, όσο και της Ε.Ε.

Πράγματι, τα τελευταία 28 χρόνια το Μακεδονικό Ζήτημα συναρτάται ευθέως προς πολιτειακές και νομικές πράξεις προδήλου ενδιαφέροντος και συναφών επιπτώσεων. Η ανεξαρτητοποίηση της ΟΔΜ, το 1991, η εμπλοκή της Ελλάδας και οι διεθνείς προσπάθειες απεμπλοκής, το Πακέτο Πινέιρο, η εισδοχή της γείτονος στον ΟΗΕ, η Ενδιάμεση Συμφωνία και οι επιπτώσεις της, εσωτερικές και διεθνείς, η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι (Απρ. 2008) και η προσφυγή της ΠΓΔΜ στη Χάγη, παρατίθενται ως προς τις βασικές πτυχές τους από τον συγγραφέα προκειμένου να καταστεί αντιληπτή η θεσμική ακολουθία, η οποία κατέληξε στην υπογραφή της λεόντειας, εις βάρος της Ελλάδας, Συμφωνίας των Πρεσπών. Βλέπουμε, έτσι, πως η χώρα μας, αφού ξεκίνησε από την απαίτηση της αλλαγής του ονόματος της γείτονος και αποτροπής του σφετερισμού εθνικών δικαίων, απόφαση ιστορικά δίκαιη και νομικά υποστηρίξιμη, με αντίστοιχα προηγούμενα στη διεθνή πρακτική, οδηγήθηκε τελικά στην έμμεση παραχώρηση μέσω της αναγνώρισης μακεδονικής ταυτότητας και γλώσσας. Γιατί η υπεράσπιση των εθνικών δικαίων προϋποθέτει, πέραν του αρραγούς εθνικού φρονήματος, ύπαρξη ικανών ηγεσιών σε πολιτικό επίπεδο, οι οποίες οφείλουν πρωτίστως να διασφαλίζουν στη χώρα ισχυρή οικονομία, αυτονόητη προϋπόθεση στρατιωτικής ισχύος, όπως και επαρκείς χειρισμούς των διεθνών της σχέσεων. Δυστυχώς, δεν αρκούν οι επικλήσεις του διεθνούς δικαίου και της διεθνούς νομιμότητας, όταν δεν συναρτώνται προς υπαρκτή δύναμη αποτροπής και ουσιαστική βούληση διαχειρίσεώς της. Τούτο προκύπτει έμμεσα και από τις ακριβείς επισημάνσεις του συγγραφέα ως προς τη συνάρτηση της επαχθούς και δυνητικά επικίνδυνης για τα εθνικά συμφέροντα Συμφωνίας των Πρεσπών προς τη βαθύτατη κρίση από την οποία δεν εξήλθε ολοκληρωτικά η χώρα, όπως και προς τους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς και τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, της Κίνας συμπεριλαμβανομένης, στα Βαλκάνια.

Καταληκτικά, ο συγγραφέας οδηγείται στη διατήρηση επιφυλάξεων ως προς μελλοντικές εξελίξεις του Μακεδονικού Ζητήματος, λόγω της ουσιαστικής εκχώρησης της ταυτότητας και γλώσσας και των συνεπειών που αυτές δυνάμει εμπερικλείουν. Και έχει δίκαιο, όχι μόνο γιατί κάτι ανάλογο υποκρύπτουν οι τελευταίες δηλώσεις Ζάεφ, ακόμη και μετά την ανασκευή τους, αλλά και επειδή, σε επίπεδο νομικό, οι συμφωνίες και δη οι διεθνείς οφείλουν, προκειμένου να επάγονται αποτελέσματα, να διασφαλίζουν αποτελεσματικά τα μέρη. Όταν δεν το πράττουν, μετερχόμενες γενικόλογες διατάξεις και ασάφειες, αποφεύγοντας ρητές αποτελεσματικές δεσμεύσεις ή παραπέμποντας ως προς την τήρησή τους στην καλή βούληση των μερών, απεκδύονται ουσιαστικά τον συμβατικό τους χαρακτήρα, ο οποίος είναι σύμφυτος με την ύπαρξη δεσμεύσεων, και μεταβάλλονται σε απλές διακηρύξεις-δηλώσεις προθέσεων.

Κλείνοντας, θεωρώ ότι η έκδοση πληροί τον –κατά τον εκδότη– αντικειμενικό της σκοπό, «της αντικειμενικής πληροφόρησης του αναγνωστικού κοινού σε ένα κρίσιμο εθνικό θέμα», τον οποίον επιτυγχάνει ο συγγραφέας αξιοποιώντας επιτυχώς ένα εκτεταμένο πεδίο έρευνας, σε πλειάδα γνωστικών-ερευνητικών πεδίων, με λόγο τεκμηριωμένο, ήπιο και κατά το δυνατόν αποστασιοποιημένο από προσεγγίσεις συναισθηματικές και διατύπωση και έκφραση προσωπικών απόψεων, πολιτικών ή ιδεολογικών.

 

Το Μακεδονικό Ζήτημα
Από το έπος του Μακεδονικού Αγώνα στη Συμφωνία των Πρεσπών
Χρήστος Νεράντζης – Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος – Λευτέρης Παπακώστας
Εκδόσεις Αγγελάκη
518 σελ.
ISBN 978-960-616-110-0
Τιμή €24,00
001 patakis eshop

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο