“ωκεανός”: γράφει ο Μιχάλης Κατράκης


ΕΝΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

«Στις 4 Αυγούστου 1991, το ελληνικό κρουαζιερόπλοιο «Ωκεανός» απέπλευσε με 571 επιβάτες από το λιμάνι του Ιστ Λόντον της Νοτίου Αφρικής με προορισμό το Ντέρμπαν. Όμως δεν έφτασε ποτέ.

Μια θύελλα του Ινδικού, με δώδεκα μέτρα κύμα, άνοιξε ρήγμα στην πρύμνη του πλοίου ρίχνοντάς το σε ακυβερνησία. Έμεινε στην επιφάνεια μέσα στη θύελλα δεκατέσσερις ώρες μέχρι να βυθιστεί.

Τις θυμάμαι αυτές τις δεκατέσσερις ώρες. Τις θυμάμαι καλά. Ήμουν τότε έντεκα χρονών και έβλεπα στην τηλεόραση το πλοίο να βυθίζεται και τους επιβάτες να προσπαθούν να σωθούν πάνω στο κατάστρωμα.
Μα εγώ δε νοιαζόμουν για κανέναν από τους επιβάτες. Κανέναν εκτός από έναν: τον πατέρα μου.»

Έτσι συστήνεται ο ωκεανός στον αναγνώστη που θα κοιτάξει το οπισθόφυλλό του.
Ναι, το ομολογώ, υπήρξα αρκετά ανόητος (ή αλαζόνας) ώστε να υποθέσω πως μπορούσα να γράψω ένα μυθιστόρημα για κάτι που κατοικεί σε τέτοια σκοτεινά βάθη και να επιστρέψω αλώβητος από τον πυθμένα, έστω και 30 χρόνια μετά. Προς υπεράσπιση μου όμως, δεν πίστεψα στιγμή ότι θα επιστρέψω νικηφόρος.

Ξεκίνησα με φοβερό πάθος. Διαβάζοντάς το εκ των υστέρων, αντιλαμβάνομαι μία αίσθηση αβίαστου λόγου, κάπως τελεσίδικου που έπεσε όπως έπεσε (κοφτερός ή ατελής) και που κανείς δεν σκέφτηκε να σουλουπώσει και αυτό με κάνει να πιστεύω πως όσο εγώ ζούσα, αυτά τα είκοσι εννιά χρόνια από τη στιγμή που είδα τη θάλασσα να τον καταπίνει ως τώρα, ο ωκεανός γραφόταν εν αγνοία μου.

Ωστόσο, ήξερα πως στέκομαι υπερβολικά κοντά σε αυτή την ιστορία και έπρεπε να πάρω αποστάσεις για να καταφέρω να δημιουργήσω κάτι που θα είχε αξία για κάποιον πέρα από εμένα. Αυτό είναι κάτι που προσπάθησα να πετύχω με τον σχεδιασμό και τον έλεγχο του απίστευτα μεγάλου όγκου δεδομένων που αφορούσαν το βιβλίο εν τη γενέσει του.

Αρχικά προσπάθησα να εντοπίσω τους κεντρικούς άξονες. Βρήκα τρεις: τη ζωή του κεντρικού ήρωα (του ναυτικού, του πατέρα μου), τη ζωή αυτού του απίστευτα όμορφου, ιστορικού πλοίου, του «Ωκεανού» (και κατ’ επέκταση της ελληνικής ναυτιλίας για το τελευταίο μισό του προηγούμενου αιώνα) και τα γεγονότα του συγκλονιστικού ναυαγίου του στον Ινδικό Ωκεανό, στα ανοιχτά της Νότιας Αφρικής τον Αύγουστο του 1991. Έπειτα σχεδίασα έναν σκελετό. Τουλάχιστον, προσπάθησα. Ήταν αδύνατο να συγκροτηθεί ικανοποιητικά δεμένο υλικό ώστε να καταφέρω κάτι λογοτεχνικά. Και τότε κατάλαβα πως έλειπε ο βασικός πυλώνας: Εγώ.

Διττός ο ρόλος μου: ένα παιδί που έχει να καταθέσει μία μαρτυρία (ένα παιδί όπως όλα τα παιδιά των ναυτικών) αλλά και ο αφηγητής του μυθιστορήματος. Έπρεπε να με εμπλέξω. Ακόμα χειρότερα, έπρεπε να εμπλέξω ένα παιδί που είχε από χρόνια χαθεί.

«Βρίσκω μια κενή σελίδα και αρχίζω να γράφω. Σηκώνω το κεφάλι μου μισή ώρα αργότερα. Διαβάζω και αναρωτιέμαι «γιατί».
Γιατί αυτό;
Γιατί έτσι;
Γιατί τώρα;
Είναι 4 Αυγούστου 2017, είκοσι έξι χρόνια μετά και εγώ στέκομαι μπροστά στις πύλες του λαβυρίνθου. Πολλές σκιές, πολλές διακλαδώσεις και όπως είμαι ανόητος και αλαζόνας, δεν προνόησα καν για μία κόκκινη κλωστή. Από την άλλη, κανείς δεν είναι προετοιμασμένος για τον λαβύρινθο του μυαλού, για τη σφαγή του τέρατος που κατοικεί μέσα του. Οι λέξεις με βρίσκουν απροετοίμαστο. Κοιτάζω τη σελίδα. Βλέπω, βέβαια, τον έφηβο να ακούει πρώτη φορά το «Kuro Siwo». Τον βλέπω να ρουφάει το «Τραβέρσο», βλέπω τις σημειώσεις του στα λευκά περιθώρια των ποιημάτων. Ο Κόλιας είναι το πρώτο θηρίο που ξεπηδά μπροστά μου, άλλη μία ύπουλη παγίδα του λαβυρίνθου που πρέπει να αποφύγω.
Διαβάζω.

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ

Πολλές φορές στο παρελθόν πήρα χαρτί να γράψω
Τα νέα μου για να σου πω και πως κυλούν οι χρόνοι
Που έφυγες μες στην νυχτιά δεν πρόλαβα να κλάψω
Και τώρα δεν έχω καρδιά για να σου πω συγνώμη.

Ήμουνα κάποτε κι εγώ στου λιμανιού την άκρη
Να δω με βλέμμα παιδικό πως λύνονται οι κάβοι
Αντί για κείνους λύθηκε στα μάτια μου το δάκρυ
Με είπες φάρο σου ακριβό στη σκοτεινιά π’ ανάβει.

Και από τότε σαν κοιτώ το κύμα που αφρίζει
Συχνά σε συλλογίζομαι στη πρύμνη καθισμένο
Με ένα ΚΕΝΤ στο στόμα σου τον πόνο να θερίζει
-στη Λάρνακα ή στο Μαντράς σ’ είχαν στιγματισμένο;-

Κύμα στο κύμα γύρισες ολόκληρο τον κόσμο
Και κάθε που επέστρεφες στεκόσουνα στη σκάλα
Κοράλλια είχες κι υφαντά φερμένα απ’ το Κολόμπο
Θα ζήσεις -μου ‘λεγες- κι εσύ τα μπάρκα τα μεγάλα.

Τα βράδια σαν πλαγιάζαμε έπλεκες ιστορίες
Φριχτό λιμάνι έλεγες είναι το Σαν Φρανσίσκο
Η Σιγκαπούρη όμορφη, σαν τις κομψές κυρίες
Της Ντόχα τα μπαχαρικά τρυπούν τον ουρανίσκο.

Κάποια βραδιά σε ζήλεψε ο μαύρος Ινδικός
Και πάλεψε πολύ σκληρά κοντά του να σε φέρει
Σε έσωσε -είπες μετά- αγγελικό ασκέρι
Καθώς το σώμα σου έκαιγε απ’ άγριο πυρετό.

Κι εσύ οπού εγύρισες τον κόσμο τρεις φορές
Το μπόι σου που μέτρησες με το μεγάλο κύμα
Δεν γλίτωσες απ’ τις απλές του κόσμου συμφορές
Έφυγες ολομόναχος, το μόνο που είπα: “Κρίμα”.

Κλείνω το σημειωματάριο και φεύγω ηττημένος. Ο Κόλιας κέρδισε. Ο πατέρας χάθηκε. Η θάλασσα αφρίζει στον τυφώνα. Ο λαβύρινθος παραμένει σκοτεινός και ανεξερεύνητος.
Την επόμενη μέρα ψάχνω τις παλιές εφημερίδες. Ψάχνω τις δημοσιεύσεις. Τις αναφορές. Τα βιβλία που γράφτηκαν. Μιλάω με όσους τον ήξεραν, με όσους ήξεραν τον «Ωκεανό». Τέλος, ψάχνω τα γράμματά μας. Τα δικά του, τα δικά της, τα δικά μου.
Λογαριάζω πως φτάνουν για κουβάρι, από την είσοδο μέχρι την άλλη άκρη και πίσω πάλι. Μπαίνω.
Ο «Ωκεανός» κοιμάται εδώ και δυόμισι δεκαετίες ογδόντα εφτά μέτρα κάτω από την επιφάνεια του άγριου Ινδικού, σε μία ακτή της Νοτίου Αφρικής. Εσύ ήσουν εκεί. Εγώ. Όλοι μας. Χίλια ονόματα, χίλιοι άνθρωποι που πέρασαν και χάθηκαν. Τρόπος άλλος δεν υπάρχει για να σε βρω.
Δίπλα ανοίγουν τα περάσματα. Στενοί διάδρομοι και μέσα στο σκοτάδι βλέπω να αιωρούνται σωροί παλιών πραγμάτων. Μερικά τα γνωρίζω. Ένα κομμάτι ζυμάρι, ένα παλιό ραδιόφωνο, μουλιασμένα γράμματα, ένα κομποσκοίνι.
Πού είσαι;»

«Το κρουαζιερόπλοιο «Ωκεανός» της Ηπειρωτικής Ναυτιλιακής λίγο πριν τη βύθισή του στα ανοιχτά της Νοτίου Αφρικής. Coffee Bay, Transkei South Africa, 4 Αυγούστου 1991″ (AP Photo/Daily Dispatch, Gary Horlor)

Το ναυάγιο του «Ωκεανού» είναι ένα ορόσημο της παγκόσμιας ναυτιλίας αλλά και μία «γκρίζα» σελίδα για την ναυτοσύνη των Ελλήνων. Για πολλούς, είναι ηρώο. Για άλλους όνειδος. Εγώ, ωστόσο, δεν είμαι ναυτοδίκης. Ένα παιδί είμαι που παριστάνει τον μεγάλο και μάλιστα, τον λογοτέχνη. Έψαξα ό,τι θα έψαχνε κάθε παιδί: τον άνθρωπο που λάμπει μέσα στη συντριβή του. Ποιο παιδί νοιάζεται για την αλήθεια; Την αντικειμενική αλήθεια των μεγάλων;

Είχα πολύ υλικό. Δημοσιεύσεις, Τύπος, Ρεπορτάζ, ντοκιμαντέρ, αφιερώματα, φωτογραφικό υλικό, ναυτικούς που έσπευσαν να βοηθήσουν στον σκοπό, μαρτυρίες ναυαγών, τα γράμματα των γονιών μου και τα δικά μου, ιστορικά βιβλία, λογοτεχνία, χίλια πράγματα που τα οργάνωσα με πολύ πειθαρχία. Και μετά, ήρθαν οι προσωπικές μου αναμνήσεις και κατέκλυσαν τα κενά. Η από μνήμης αναδόμηση των εμπειριών μας, εμπεριέχει σχεδόν νομοτελειακά, τον προσωπικό μας μύθο, την ίδια μας τη φαντασία αλλά και ολόκληρο το ψέμα μας. Ιδού, σκέφτηκα, το όπλο σου. Πυροβόλα.

Σπάω τον ρόλο του αφηγητή σε δεκάδες. Είναι μια υπερβολικά σύνθετη ιστορία για να ειπωθεί μόνο από ένα στόμα, η θάλασσα και ο τρόπος που μας διαπερνά είναι μία λαϊκή μούσα, χρειάζεται ένα δημοτικό τραγούδι φτιαγμένο πάνω στη μεγάλη ώρα της γιορτής ή του θανάτου από τον συλλογικό νου. Αφηγείται το παιδί ενός ναυτικού, οι επιζώντες, ο ίδιος ο ναυτικός, η θάλασσα έχει δική της φωνή, ο άνθρωπος που ανέλαβε να γράψει αυτή την ιστορία, τα ίδια τα πλοία, ακόμα και ολόκληρες κοινωνικές ομάδες, γενιές ανθρώπων σε πρώτο πληθυντικό.

Χωρίζω την ιστορία σε 87 κεφάλαια. 87 μέτρα. Το σκαρί του «Ωκεανού» βρίσκεται σε αυτό ακριβώς το βάθος στις ακτές του Coffee Bay, στη Νότιο Αφρική. Εκεί κάτω προσπαθώ να φτάσω.

Γράφω μανιωδώς, σβήνω το ίδιο μανιωδώς μέχρι που τα γραψίματα σταματούν σχεδόν από μόνα τους. Μετά τα χάνω. Δεν έχω ιδέα ποια είναι η σειρά. Τι είναι πρώτο και τι τελευταίο, πού είναι επάνω και πού κάτω. Βεβαιώνομαι ότι έχω κάνει σωστά τη δουλειά μου. Ο Ωκεανός δεν έχει πάνω ή κάτω, αρχή ή τέλος. Έχω φτιάξει έναν Ωκεανό!

Ωστόσο, πρέπει να μπορεί κάποιος να τον καταλάβει. Ξοδεύω τέσσερις μήνες ανακατεύοντας τα κεφάλαια. Ξανά και ξανά. Μέχρι που, μία ημέρα πριν παραδώσω το τελικό κείμενο, κάνω τις τελευταίες αλλαγές και όλα βγάζουν απόλυτο νόημα, από το 1952 έως το 2020, όλα βγάζουν νόημα με τεράστια χρονικά άλματα, εναλλαγές σε τόπους, μέρη, ήρωες, υπόθεση, ασύνδετα το καθένα μόνο του, απολύτως ξεκάθαρα στη ροή τους. Ο ωκεανός.

Η καταβύθιση στα προσωπικά μας βάθη, ακόμα και όταν μιλούν για τα βιώματα μιας μεγάλης κοινωνικής ομάδας (στην περίπτωση μας, τεράστιας), όταν δηλαδή επιχειρεί κανείς να παράγει λογοτεχνία βασισμένος στην αποδόμηση μίας προσωπικής, δυνητικά οδυνηρής εμπειρίας που στην πραγματικότητα, αφορά και άλλους ανθρώπους (αλλιώς δεν αξίζει να ειπωθεί ή έστω, να δημοσιευθεί) μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά επικίνδυνη, τόσο για τον συγγραφέα σε προσωπικό επίπεδο όσο και για το αποτέλεσμα, ως συνεισφορά στην τέχνη του. Η περίπτωση του «Ωκεανού», με όλες τις ιστορικές, κοινωνικές, προσωπικές και λογοτεχνικές προεκτάσεις της, δεν άφησε τον απερίσκεπτο παραμυθά της ακέραιο. Χάθηκαν πολλά εκεί κάτω. Πήρα ελάχιστα.

Δεν ήταν ποτέ λαβύρινθος με δαιδαλώδη περάσματα, γωνίες, στροφές και μικρές πόρτες. Δεν ήταν στενός και σκοτεινός, μπρος, πίσω, δεξιά και αριστερά που οδηγούν σε διακλαδώσεις του χρόνου. Ένας λαβύρινθος, ακόμα και αν η κάθε στροφή μπορεί να σε οδηγήσει σε άλλη χρονική διάσταση, ακόμα και έτσι, δεν έχει πάρα τρεις διαστάσεις. Όσο κι αν προσπαθεί κανείς να εξηγήσει τον τρόπο που λειτουργεί η μνήμη, η σκέψη και η συλλογιστική είναι καταδικασμένος σε αποτυχία όσο επιμένει να αντιμετωπίζει τον ανθρώπινο νου ως λαβύρινθο. Κι αυτό γιατί πάντα θα απουσιάζει το βάθος.
Ο Μινώταυρος είναι ένας πονεμένος ήρωας, ένα ορφανό μοσχαράκι κλειδωμένο από τους γονείς του σε μία σκοτεινή φυλακή. Όμως ο θρήνος αξίζει περισσότερο στον Οδυσσέα ακόμα κι αν κατάφερε να επιστρέψει. Γιατί όταν τελικά γύρισε εκεί από όπου είχε ξεκινήσει, δεν ήταν πια ο Οδυσσέας. Ήταν ένας άλλος. Ένας ξένος. Κι από αυτό, θλίψη βαθύτερη δεν υπάρχει.
Ο ωκεανός με κυκλώνει. Έφτασα μόνος μου ως εδώ. Πήρα χάρτη και πυξίδα αναζητώντας την αρχή όμως, αλίμονο, το ρεύματα είναι ισχυρά, οι άνεμοι φυσούν όπως εκείνοι επιθυμούν, οι τεκτονικές πλάκες μετατοπίζονται συνεχώς, τίποτα δεν είναι ίδιο, γύρω μου βλέπω μόνο θεόρατα κύματα και την πρύμνη ενός πλοίου που το καταπίνει η θάλασσα, γύρω του σκορπάει πράγματα των ανθρώπων και συντρίμμια και εγώ έχω ξεμακρύνει υπερβολικά από την ακτή και βρίσκομαι χιλιάδες μίλια μακριά από εκεί που σκόπευα να φτάσω. Ήρθα γυρεύοντας απαντήσεις και το μόνο που βρήκα ήταν ακόμα περισσότερες ερωτήσεις.

Αχάριστος όμως, δεν είμαι. Κέρδισα σίγουρα τη βεβαιότητα (μεγάλη υπόθεση η κατάκτηση έστω και μίας) πως κάθε αιώνας δικαιούται τον Ωκεανό του. Τα είπα, επίσης, με εσάς μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου. Τα είπα με τον Βενέζη. Αυτό με διαμόρφωσε. Όχι ο «Ωκεανός». Ο ωκεανός, ίσως διαμορφώσει εσάς.

«Ηλίας Βενέζης»

Μα σαν έφτασε η ώρα
-μεγάλη ώρα
πιο πολύ ακόμα κι απ’ το
στερνό που άκουσα
«μείνει για λίγο ακόμα»-
πώς πάνω σε άγραφη πλάκα
στάθηκε πρώτη κοντυλιά
η στωική μορφή σου
ανάμεσα από τον Νικηφόρο
τον Νίκο, τον Γιώργο και
έναν που ‘κρυβε τ’ όνομά του.
Γελούσατε, θυμάμαι, όταν
σας πρωτοείδα μα μόλις
με αντιλήφθηκες σας κόπηκαν
σύρριζα τα γέλια
σήκωσες από το ποτήρι
το βλέμμα
και πάνω μου το άπλωσες
με μια βαριά συμπόνια.
«Πώς το ‘κανες;»
σε ρώτησα
«Εμπάρκαρα μαζί τους»
είπες και έπειτα με ρώτησες
«Ελόγου σου;»
Τρίξαν τα κόκαλά μου
μα βρήκα κάτι ξεχασμένα κέρματα
και τα ‘στριψα στον βρόντο
πέσαν στα ίσια τους.
«Ξέθαψα ένα πτώμα», απάντησα.
Τράβηξες καρέκλα.
«Καλά σε έκοψα
απ’ την αρχή για καθίκι»
ξεστόμισες και γέμισες ποτήρι.
«Για να ‘φτασες εδώ
καλό κι εσύ δεν θα ‘χες κάνει.»
Δεν έκατσα.
Τόσο καθίκι δεν ήμουν
δίπλα σας να σηκώσω το ποτήρι.
Θέλει πολλούς θανάτους
η τιμωρία των ποιητών.
Με έναν δεν καθαρίζεις.

Μιχάλης Κατράκης

Το μυθιστόρημα του Μιχάλη Κατράκη ωκεανός, βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ελκυστής με έδρα στη Θεσσαλονίκη (σελ.: 550, τιμή: €18,00). Το εισαγωγικό σημείωμα «Αντί Προλόγου» υπογράφει η συγγραφέας Τέσυ Μπάιλα.
Φωτογραφία εξωφύλλου: © Derek Walker, The Famous Bow Shot, Seychelles 1989
Το ποίημα «Ηλίας Βενέζης» είναι του συγγραφέα.

Ο Μιχάλης Κατράκης γεννήθηκε το 1980. Μεγάλωσε στον Πειραιά από ναυτική οικογένεια και σπούδασε Διοίκηση Τουριστικών Επιχειρήσεων. Δούλεψε για αρκετά χρόνια σε ξενοδοχειακές μονάδες της Βόρειας Ελλάδας. Το πρώτο του βιβλίο με τίτλο Ο-ντέι: Το φετίχ της καρδιάς κυκλοφόρησε το 2005 από τις εκδόσεις ΟΞΥ. Διηγήματά του δημοσιεύονται τακτικά στο διαδικτυακό λογοτεχνικό περιοδικό Cartel ενώ ποιήματά του δημοσιεύουν το περιοδικό Cignialo και άλλοι λογοτεχνικοί ιστότοποι. Από τις εκδόσεις ΕΛΚΥΣΤΗΣ κυκλοφορούν τα βιβλία του Resort (2018) και Χίλια Μιλιγκράμ Απουσίας (2019). Ο ωκεανός είναι το τέταρτο βιβλίο του.
Ζει μόνιμα στη Δράμα.

 

Μοιράσου το άρθρο:



Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο