Annie Ernaux: «Ο τόπος»



Δεν σπανίζουν οι αυτοβιογραφικές αφηγήσεις, τόσο από νέους όσο και από καταξιωμένους συγγραφείς. Κάποια εσωτερική ανάγκη ωθεί σε μια συχνά επώδυνη επιστροφή ή σε μια αποκαλυπτική αλήθεια μέσα από τις προσωπικές καταγραφές. Εν προκειμένω, λοιπόν, η Ernaux (Ερνό) δεν πρωτοτυπεί. Ωστόσο, είναι ο τρόπος που προσεγγίζει το προσωπικό της παρελθόν, που καθιστά το δικό της αυτοβιογραφικό αφήγημα ξεχωριστό. Ερευνά μέσα από τις μνήμες της την απόσταση που τη χώριζε πάντοτε από τον πατέρα της και φέρνει στην επιφάνεια μια πραγματικότητα που, χωρίς να παύει να είναι δική της και να την αφορά, ταυτόχρονα υπογραμμίζει έναν κοινό τόπο. Λιτότητα στην αφήγηση, απομάκρυνση από συγκινησιακά φορτισμένη γλώσσα. Ένας τρόπος να αφηγηθείς το παρελθόν αποδίδοντας τις συνθήκες που το καθόριζαν τότε, χωρίς να τις προδώσεις μέσα από την οπτική του παρόντος.

Αν θέλω να εξιστορήσω μια ζωή υποταγμένη στην ανάγκη, δεν δικαιούμαι να υιοθετήσω μια καλλιτεχνική προσέγγιση ή να αποπειραθώ να φτιάξω κάτι το «καθηλωτικό», το «συγκινητικό». Θα συγκεντρώσω τα λόγια, τις χειρονομίες, τα γούστα του πατέρα μου, καθώς και τα σημαντικά γεγονότα της ζωής του· κοντολογίς, όλα τα αντικειμενικά σημάδια της ύπαρξής του, μιας ύπαρξης που τη μοιράστηκα κι εγώ.
Όχι λυρικές αναπολήσεις, όχι θριαμβευτική επίδειξη ειρωνείας. Αυτός ο ακύμαντος τρόπος γραφής μού ταιριάζει εκ φύσεως, είναι το ύφος που χρησιμοποιούσα όταν έγραφα άλλοτε στους γονείς μου για να τους λέω τα σημαντικά νέα. (σσ.24-25)

Μια αναπαράσταση του βιωμένου παρελθόντος, που καθόρισε την προσωπικότητά της μέσα στα όρια που η ίδια το αποδεχόταν. Γιατί η αλήθεια είναι πως είχε από πολύ νωρίς αποστασιοποιηθεί από την αισθητική και τον ιδεολογικό κόσμο του οικογενειακού περιβάλλοντος. Όταν στην αρχή του αφηγήματος τη βρίσκουμε στην πρώτη της επιτυχή απομάκρυνση από τις προδιαγραφές των οικογενειακών βλέψεων να κρατά στο χέρι της το χαρτί που θα της επιτρέψει να εργαστεί στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως καθηγήτρια, δεν έχουμε καμία αυταπάτη πως διαχωρίζεται εντελώς από τη ζωή του εργάτη πατέρα και την ηθική που αυτή υπαγορεύει για τα όρια που πρέπει κανείς να θέτει στις φιλοδοξίες του. Η μόρφωση δεν θεωρείται αγαθό, καθώς στερεί από το νεαρό άτομο τη δυνατότητα να εργαστεί χειρωνακτικά από νωρίς και να βοηθήσει τον αγώνα της οικογένειας για επιβίωση. Αλλά και το άνοιγμα του ορίζοντα έξω από το στενό πλαίσιο της ελεγχόμενης ζωής στην επαρχία μόνο απειλή θα μπορούσε να θωρηθεί, ειδικά για μια νεαρή γυναίκα. Το γεγονός ότι ο πατέρας, καθ’ υπέρβαση και αυτός των προδιαγεγραμμένων ορίων του ως εργάτης, στήνει μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση, λειτουργεί ακόμη πιο αρνητικά στην αποδοχή της απόφασής της να διαχωρίσει την πορεία της. Θα έπρεπε να κατορθώσει μια αυθεντική υπέρβαση της ίδιας της φύσης του προκειμένου να κατανοήσει τη λογική της κόρης του. Η έννοια της «καλλιέργειας» γι’ αυτόν είναι συνυφασμένη με τη γη, η άλλη έννοια της λέξης, που είχε σχέση με το πνεύμα, του ήταν άχρηστη (σ.34). Οπότε η απόσταση μεγαλώνει και οι όποιες παιδικές μνήμες προσέγγισης των δύο ατονούν δραστικά.

Γιατί ο Τόπος βρίσκεται μέσα μας, στον τρόπο που μας επηρεάζουν πράγματα και πρόσωπα, στη διάθεσή μας να τον βιώσουμε, ακόμα κι αν είναι να τον ξεπεράσουμε.

Με αφορμή τον θάνατο του πατέρα της, όταν η ίδια είναι στην ηλικία των σαράντα τριών χρόνων (το αφήγημα γράφτηκε το 1983), θα επιχειρήσει την επιστροφή στην απλότητα μιας ξεχασμένης ζωής μέσα από τις διηθημένες μέσα της μνήμες. Μια προσπάθεια απόσεισης των ενοχών της; Ίσως η ανάγκη να κατανοήσει τη διαφορετική λογική ανοίγοντας ένα ρήγμα (έστω μικρό) στον διαμορφωμένο ιδεολογικό της κόσμο, για να εισχωρήσει η άλλη οπτική; Καθόλου τυχαία στην προμετωπίδα του βιβλίου η φράση του Jean Genet: Je hasarde une explication: écrire c’est le dernier recours quand on a trahi. Δηλαδή: Αποτολμώ μια εξήγηση: η γραφή είναι το τελευταίο καταφύγιο γι’ αυτόν που έχει προδώσει. Αν νιώθει ότι πρόδωσε τον κόσμο στον οποίο ανήκε, τότε το αφήγημα αυτό λειτουργεί εξιλεωτικά. Η γραφή ως καταφύγιο τελευταίο, όταν όλοι οι δρόμοι επικοινωνίας έχουν εξαντλήσει τα περιθώριά τους. Κι ας μην έχει πλέον την ευκαιρία ο πατέρας να διαβάσει το κείμενο της κόρης του – ή ίσως κυρίως γι’ αυτό· πάντοτε μοναχική συνθήκη η γραφή, ανοίγει τη θέα της στους άλλους χωρίς να έχει καμία απολύτως σημασία η δική τους πρόσβαση, η δική τους μέθεξη, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς. Όπως θα πει η ίδια:

Ίσως γράφω γιατί δεν είχαμε πια τίποτε να πούμε ο ένας στον άλλον. (σ.79)

Η αναγνωστική πρόσληψη του αφηγήματος θα μπορούσε να σταματήσει εδώ, στο επίπεδο των πολύπλοκων οικογενειακών σχέσεων, ή έστω στη σχέση (την έτσι κι αλλιώς ιδιαίτερη) της κόρης προς τον πατέρα. Ωστόσο, η Σοφία Νικολαΐδου, που προλογίζει το βιβλίο, δίνει μια ακόμη ενδιαφέρουσα θεματική παράμετρο, την οποία άλλωστε επιλέγει ως θέμα και στο πρόσφατο βιβλίο της, Το χρυσό βραχιόλι (Εκδόσεις Μεταίχμιο). Παραλληλίζει με την περίπτωση της Ελλάδας, υπογραμμίζοντας πως το βιβλίο της Ernaux φέρνει στον νου μια οικεία ιστορία:

Μέσα στον 20ό αιώνα η Ελλάδα άλλαξε. Τα εργατόπαιδα έγιναν δικηγόροι και τα αγροτόπαιδα γιατροί. Τα παιδιά του χωριού ήρθαν στην πόλη. Ξέφυγαν απ’ τη φτώχεια, ένα πτυχίο έδινε δουλειά. Πανεπιστήμιο σήμαινε οικονομική εξασφάλιση, κοινωνική ανέλιξη και σιγουριά ότι η ζωή τραβάει μπροστά.

Στο αφήγημα όμως της Ernaux δεν έχουμε ακόμη (ή έστω δεν έχουμε στην περίπτωση του δικού της περίγυρου, οικογενειακού αλλά και ευρύτερα κοινωνικού στη γαλλική επαρχία όπου μεγαλώνει) τη συνειδητή αποδοχή της πνευματικής καλλιέργειας και της πανεπιστημιακής μόρφωσης ως αξιών· η τοπική κοινωνία ανθίσταται σθεναρά στην άλωση του αξιακού της συστήματος από ξενόφερτες (όπως πιστεύει) ιδέες. Έτσι, η περίπτωσή της αποκτά ιδιαίτερη αξία, καθώς έπρεπε να συγκρουστεί με το οικογενειακό σύστημα στερεότυπων αντιλήψεων (καθοδηγούμενο από τον πατέρα και υποστηριζόμενο εν σιωπή από τη μητέρα), προκειμένου να καθορίσει η ίδια το πλαίσιο των A Ernauxεπιδιώξεών της. Δεν ανταποκρινόταν σε κανένα πρότυπο, σε καμία φιλοδοξία του στενού και του ευρύτερου περίγυρου. Και, όταν επιλέγει να θυμηθεί την ιστορία του πατέρα της, στην πραγματικότητα ανιχνεύει εκείνο το παλαιό δικό της πρόσωπο, σ’ εκείνη την άλλη, τη διαφορετική ζωή, την τόσο απόμακρη από την τωρινή της:

Ενόσω έγραφα τούτο το βιβλίο, διόρθωνα επίσης γραπτά, έφτιαχνα υποδείγματα εκθέσεων, γιατί γι’ αυτό με πλήρωναν. Ένα παιχνίδι ιδεών που μου προκαλούσε την ίδια εντύπωση με την έννοια της «πολυτέλειας», ένα αίσθημα εξωπραγματικού, μια επιθυμία να κλάψω. (σ.106)

Συγκρατημένη γραφή, όπως αρμόζει σε μνήμες που εγκιβωτίζουν και αποκαλύπτουν θεμελιακές συγκρούσεις και προσωπικά θαρραλέα βήματα στον Τόπο αλλά και έξω απ’ αυτόν. Ο Τόπος είναι ο χώρος αλλά και η θέση μας σ’ αυτόν ή ως προς αυτόν. Γιατί ο Τόπος βρίσκεται μέσα μας, στον τρόπο που μας επηρεάζουν πράγματα και πρόσωπα, στη διάθεσή μας να τον βιώσουμε, ακόμα κι αν είναι να τον ξεπεράσουμε.

 

Ο τόπος
Annie Ernaux
μετάφραση: Ρίτα Κολαΐτη
Μεταίχμιο
112 σελ.
ISBN 978-618-03-2166-1
Τιμή €11,00
001 patakis eshop

Η Διώνη Δημητριάδου είναι ποιήτρια και κριτικός λογοτεχνίας.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο