John Ralston Saul: «Η κατάρρευση του παγκοσμισμού»



Η ανθρωπότητα παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα και οικειοθελώς έγκλειστη την εξέλιξη ενός υγειονομικού εφιάλτη που δεν γνωρίζει σύνορα, ηλικίες και τάξεις. Η πανδημία του κορονοϊού αφήνει πίσω της, εκτός από νεκρούς και κατεστραμμένες οικονομίες, ένα θύμα για το οποίο ο Καναδός καθηγητής και συγγραφέας John Ralston Saul (1947) δεν νιώθει κανέναν οίκτο – μεταξύ μας, ούτε εμείς: την παγκοσμιότητα (globalism).

Το φαινόμενο αυτό, κατά τον Saul, έζησε μια λαμπρή τριακονταετία από το 1970, όταν εμφανίστηκε με τη μορφή που το γνωρίσαμε όλοι μας –ως ελευθερία κίνησης κεφαλαίων, προϊόντων και προσώπων– μέχρι τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα, επέζησε άλλα 15-20 χρόνια ως θλιβερή σκιά του εαυτού του και, σήμερα πλέον, είναι νεκρό.

Το βιβλίο του δεν είναι ούτε το πρώτο ούτε το τελευταίο που ασχολείται με το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης (globalization), είναι όμως μια από τις πιο ολοκληρωμένες αναλύσεις, ένα δριμύ κατηγορώ, μια ισοπεδωτική κριτική. Διαβάζοντάς την κανείς –υπό τις παρούσες συνθήκες– δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει τόσο με το πνεύμα όσο και με το γράμμα της.

Οικονομία über alles

Ο Saul περιγράφει με ωμότητα την κατάσταση όπου έχει περιέλθει το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών στις δυτικές κοινωνίες: αποστασιοποιημένοι, ως θεατές πλέον, απογοητευμένοι, παρακολουθούν τους μικροσκοπικούς ηγέτες και τις κυβερνήσεις τους να εφαρμόζουν άχρηστα στην πλειοψηφία τους οικονομικά μέτρα τα οποία στοχεύουν, πρώτα στην επιβίωση των ελίτ, των κυβερνήσεων και των τραπεζών, και μετά στην ευημερία των λαών τους.

Ο Saul εξιστορεί τη μακρά πορεία που ακολούθησε η παγκοσμιοποίηση και τη χωρίζει σε περιόδους, θέτοντας τα απαραίτητα για την καθοδήγηση του αναγνώστη ορόσημα: η Βιομηχανική Επανάσταση στα κράτη του πρώιμου καπιταλισμού, οι Πόλεμοι του Οπίου (1839-1858), το Κραχ του 1929 και ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, το διάστημα από την υπογραφή μέχρι το τέλος της συμφωνίας του Μπρέτον Γουντς (1944-1971), η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1990, η δημιουργία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου το 1995 και η επίθεση στη Νέα Υόρκη το 2001 – κάπου εκεί τελειώνει για τον Καναδό διανοούμενο ο βίος της παγκοσμιοποίησης.

Στο βιβλίο, ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει σε επιμέρους κεφάλαια μία προς μία τις αιτιάσεις του συγγραφέα για τα υποτιθέμενα επιτεύγματα του παγκοσμισμού. Ο Καναδός συγγραφέας καταρρίπτει την άποψη ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι έχουν κάποιο εισόδημα τον καιρό της παγκοσμιοποίησης υποστηρίζοντας ότι, απλώς, εκατομμύρια άνθρωποι της υπαίθρου, το εισόδημα των οποίων δεν μετριόταν ποτέ από τις στατιστικές, εργάζονται ως εξαθλιωμένο προλεταριάτο στις ασιατικές μεγαλουπόλεις, όπου το εισόδημά τους (λίγα ψίχουλα…) είναι πλέον μετρήσιμο. Είδαμε τα εκατομμύρια των πληβείων της Ινδίας να φεύγουν από τα βιομηχανικά κέντρα άρον άρον για τις επαρχίες τους άνεργοι, δαρμένοι και …ψεκασμένοι, όταν ξέσπασε η πανδημία του κορονοϊού.

Η Ελλάδα δεν θα μπορούσε φυσικά να λείπει από μια τέτοια ανάλυση, μιας και υπήρξε το πειραματόζωο βάρβαρων αλλά απολύτως προβλεπόμενων πολιτικών σε βάρος λαών και πολιτών.

Τα παραμύθια του παγκοσμισμού

Για τον Saul, ο παγκοσμισμός οδήγησε στο σημείο να ενδυθεί ιερατικά άμφια η έννοια της ελεύθερης αγοράς και να καταλήξει να αποτελεί ένα δόγμα με θρησκευτικούς/λατρευτικούς όρους, κάτι που δεν απαντάται πουθενά και σε κανέναν πολιτισμό του παρελθόντος. Καταρρίπτει επίσης τα επιχειρήματα των υπέρμαχων της παγκοσμιοποίησης περί ανταγωνισμού και μονόδρομου της ανάπτυξης, τονίζοντας ότι η πραγματικότητα χαρακτηρίζεται μάλλον από μονοπώλια, πολέμους, γενοκτονίες, προσφυγικά και μεταναστευτικά κύματα κι εκτεταμένη αταξία παγκοσμίως.

Ο Saul δεν πείθεται ούτε από την πολιτική των μαζικών ιδιωτικοποιήσεων (το «Άγιο Δισκοπότηρο» του παγκοσμισμού), ούτε από τις λύσεις για την αποπληρωμή των εθνικών χρεών που ποτέ δεν μειώνονται και δεν γίνονται διαχειρίσιμα, λύσεις τις οποίες χαρακτηρίζει «οικονομικά της σταύρωσης» χωρών που έκαναν το λάθος να τις εφαρμόσουν – αναφέρεται συγκεκριμένα στην Ελλάδα. Αντίθετα, ζητάει να γίνεται και για τα κράτη αυτό που γίνεται με τις υπερχρεωμένες επιχειρήσεις στις ΗΠΑ: διαγραφή χρεών, αλλαγή των διεφθαρμένων διοικήσεων (στην Ελλάδα τα κόμματα-καταστροφείς επανεμφανίζονται ως σωτήρες…), αναδιοργάνωση κι επανεκκίνηση.

Λοιδορεί, τέλος, τους διεθνείς οργανισμούς και τα υπερεθνικά μορφώματα (G8) αλλά και τις εξωθεσμικές πρωτοβουλίες που προσπαθούν να εμφυσήσουν πνοή στην παγκοσμιοποίηση και να εξωραΐσουν τα προβλήματά της· είναι απολαυστικός όταν γράφει για το Νταβός, το οποίο αποκαλεί τσίρκο – μια εμποροπανήγυρη η οποία κανονικοποίησε την ανήθικη συμπεριφορά των επιχειρήσεων προς τους ηγέτες των κρατών και τη δουλική στάση των δεύτερων σε βάρος των λαών τους.

Τι προτείνει, όμως; Όχι κάτι ριζοσπαστικό, είναι η αλήθεια, αλλά οπωσδήποτε πολύ διαφορετικό από αυτό που υπηρέτησε με πείσμα ο ανεκδιήγητος Γιούνκερ ή γι’ αυτό που αγωνίζεται με νύχια και με δόντια η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Απέναντι στην άνοδο του «αρνητικού εθνικισμού» και του εξαρτώμενου από αυτόν «ψευδολαϊκισμού», φαινόμενα που πληθαίνουν και συνδέονται ευθέως με την κατάρρευση του παγκοσμισμού, ο Saul προτείνει έναν «θετικό εθνικισμό», ο οποίος στο μυαλό του συνδέεται με τη δυνατότητα των πολιτών να έχουν επιλογές, με την επιθυμία των λαών να οικοδομήσουν τις κοινωνίες με τα δικά τους χέρια, με την απαίτηση των πολιτών οι δημοκρατίες να παίξουν τον ρόλο τους. Προτείνει να αναζητήσουμε έναν διαφορετικό τρόπο δημιουργίας πλούτου και να σχεδιάσουμε μια διαφορετική ανάπτυξη. Ζητάει περιορισμό του χρηματοπιστωτικού τομέα, δημιουργία συνεταιριστικών τραπεζών, ποιοτική κι όχι ποσοτική παραγωγή και αξιοποίηση του πλεονάσματος παραγωγής που μας επέτρεψε η τεχνολογία.

Καημένη Ελλαδίτσα…

Η Ελλάδα δεν θα μπορούσε φυσικά να λείπει από μια τέτοια ανάλυση, μιας και υπήρξε το πειραματόζωο βάρβαρων αλλά απολύτως προβλεπόμενων πολιτικών σε βάρος λαών και πολιτών. Ο Καναδός διανοούμενος αντιμετωπίζει τη χώρα μας με τη συγκατάβαση που επέδειξε μεγάλο τμήμα της διεθνούς διανόησης τα χρόνια της «σταύρωσής της» (sic). Αναγνωρίζει ότι έγιναν λάθη από τις ελληνικές κυβερνήσεις, τα πολιτικά κόμματα και τον λαό, σε καμία περίπτωση όμως δεν δικαιολογεί το πλιάτσικο σε βάρος της δημόσιας περιουσίας και τις πολιτικές φτωχοποίησης που επιβλήθηκαν.

J R SaulΕιδικά η ανάλυσή του για τους Έλληνες πολιτικούς ηγέτες, που σαν μαθητούδια έτρεχαν στο Νταβός για να κάνουν το …μεταπτυχιακό τους στο ξεπούλημα δημόσιων επιχειρήσεων, και οι αναφορές του σε διορισμένους διοικητές δημόσιων επιχειρήσεων, που προσλάμβαναν και χρυσοπλήρωναν ιδιωτικές συμβουλευτικές εταιρείες για να τους μάθουν πώς να λειτουργούν με ιδιωτικά κριτήρια τις επιχειρήσεις που προορίζονταν για τα δόντια των ιδιωτών, θυμίζουν κάτι απ’ όσα ζήσαμε εδώ και 40 χρόνια. «Η εξαΰλωση του πλούτου, η ανάληψη των χρημάτων στον ουρανό γινόταν όπως η ανάληψη της Παναγίας» γράφει ο Καναδός στοχαστής. Δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερη μεταφορά…

 

Η κατάρρευση του παγκοσμισμού
και η επανεπινόηση του κόσμου
John Ralston Saul
μετάφραση: Γιώργος Πινακούλας
Ροές
448 σελ.
ISBN 978-960-283-491-6
Τιμή €21,20
001 patakis eshop

Ο Θανάσης Αντωνίου είναι δημοσιογράφος.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο