Katherine Rundell: «Τα παιδιά στις στέγες»



Η Λογοτεχνία για παιδιά διάνυσε μια μακρινή πορεία με πολλές αναθεωρήσεις και αμφιταλαντεύσεις: από τον διδακτισμό πέρασε στην αντίληψη περί ρεαλιστικής και μη ωραιοποιημένης απεικόνισης της πραγματικότητας, από την πεποίθηση ότι το παιδί είναι ο μικρός αθώος που πρέπει να προστατευθεί στο ότι πρέπει να ενημερώνεται και να ευαισθητοποιείται στις δυσάρεστες πτυχές της ζωής. Προφανώς είναι η κάθε εποχή που επηρεάζει ή και καθορίζει ασυναίσθητα ή συνειδητά το περιεχόμενο της λογοτεχνίας για παιδιά, με τις ιδεολογίες ή τα ιδεολογήματα που οι κοινωνίες βλέπουν να επικρατούν ή τα σπρώχνουν για να επικρατήσουν. Όμως συχνά, μέσα στην αγωνία συγγραφέων, εκδοτών και τελικά αναγνωστών να μη χάσουν τον σφυγμό της εποχής, χάνεται ή εξασθενεί ή έχει –αν και αθέλητα– μικρότερη σημασία η «λογοτεχνία» στη λογοτεχνία. Και τι είναι αυτό που ξεχωρίζει τη λογοτεχνία από κάθε άλλο είδος γραφής; Θα έλεγα, το να συναντάς την πραγματικότητα, επενδυμένη όμως με ένα πέπλο που δεν σου αφήνει μεν το νόημα απογυμνωμένο –χρειάζεται να το ψάξει λίγο ο αναγνώστης–, με την ειρωνεία, τον υπαινιγμό, τη μετωνυμία, τα υπονοούμενα και την καλλιεργημένη –εάν είναι δυνατόν και πρωτότυπη– γλωσσική έκφραση.

Αυτή είναι η εισαγωγή μου για να παρουσιάσω το βιβλίο της Ράντελ, ένα πρωτότυπο βιβλίο που μιλά για τα παιδιά του δρόμου, αλλά δεν το κάνει φωτογραφίζοντας την πραγματικότητα. Δεν κάνει φωτογραφική λογοτεχνία, προσθέτοντας ένα ακόμη βιβλίο στη σειρά αυτών που πραγματεύονται παιδιά άστεγα (κάποια έγιναν κινηματογραφικοί ήρωες, ας θυμηθούμε τον Βραζιλιάνο Πισότε), που ζουν στον δρόμο για να ζητιανεύουν ή να δουλεύουν ή για να κακοποιούνται. Με έναν ποιητικό τρόπο ζωντανεύει ένας ολόκληρος κόσμος παιδιών που μοιάζουν να είναι απόκληρα –και είναι–, αλλά που ζουν επάνω στις στέγες των παρισινών κατοικιών. Μια ολόκληρη πόλη στα πόδια τους, όχι για να θαυμάσουν την ομορφιά της, αλλά για να μοιραστούν μεταξύ τους και μεταξύ… των πουλιών την πόλη με τις σκληρότητές της και να νιώσουν την περίεργη, άγρια ομορφιά της.

Αυτοί οι μικροί απόκληροι και ανάμεσά τους με πρωταγωνιστικό ρόλο η Σόφι δεν μεμψιμοιρούν, αλλά παλεύουν πρώτα απ’ όλα για την επιβίωσή τους και για τον δικό τους αξιακό κώδικα. Η Σόφι δεν είναι μόνη: έχει την προστασία του ενήλικου Τσαρλς, ενός μάλλον κατ’ όνομα ενήλικου, τουλάχιστον για τα δεδομένα των βρετανικών κοινωνικών υπηρεσιών. Γιατί ο Τσαρλς –ιδιόρρυθμος αλλά και γεμάτος αγάπη– δεν είναι γονιός της, είναι αυτός που την έσωσε από ένα τρομακτικό ναυάγιο, στο οποίο και έχασε τη μητέρα της. Έκτοτε μένει μαζί του, όμως η πολύ αμυδρή ενθύμηση –από την πρώιμη παιδική της ηλικία– της μητέρας της είναι αυτή που θα ωθήσει τη Σόφι να φύγει από το Γουεστμίνστερ και να βρεθεί στο Παρίσι, πάντα με τη συνοδεία του Τσαρλς.

Πρόκειται για ένα ιδεολογικό ξεμπλοκάρισμα από κάθε είδους προφανείς ιδεολογικές σκοπιμότητες.

Αυτή η ιστορία αναζήτησης της χαμένης μητέρας και περιπέτειας στις στέγες του Παρισιού δεν έχει τίποτε κοινότοπο ούτε καμιά σχέση με τις γλυκανάλατες ή διδακτικές ή πολιτικά ορθές ιστορίες για παιδιά. Πρόκειται για ένα ιδεολογικό ξεμπλοκάρισμα από κάθε είδους προφανείς ιδεολογικές σκοπιμότητες. Γίνεται μια γλαφυρή αφήγηση, όπου η συνάντηση με τη μητέρα έχει στοιχεία αστυνομικής ανακάλυψης και μυστηρίου –η Σόφι λέει ότι βγήκε για «κυνήγι μητέρας»–, βασίζεται όμως στην ακατανίκητη έλξη και δύναμη της μουσικής: το τσέλο στα χέρια μητέρας και κόρης γίνεται το ενοποιητικό στοιχείο για να συναντηθούν και να γνωριστούν δύο μέχρι τότε άγνωστες υπάρξεις. Μια από τις ωραιότερες περιγραφές θα κλείσει αυτή τη μαγική, γοητευτική ιστορία: «Το φεγγάρι τις έλουζε με το φως του. Τα μάτια και η μύτη και τα χείλη της γυναίκας ήταν τα μάτια και η μύτη και τα χείλη της Σόφι. Η γυναίκα μύριζε ρητίνη και τριαντάφυλλα. Η Σόφι σκέφτηκε πως η γυναίκα είχε από κείνα τα πρόσωπα που μοιάζουν να έχουν κάνει το γύρο του κόσμου καμιά εικοσιπενταριά φορές. Τα μάτια της είχαν ένα χρώμα που μόνο σε όνειρα περιμένεις να δεις».

Η επιμονή του παιδιού, η αθωότητα –ως έναν βαθμό– του ενήλικου Τσαρλς, η μητέρα που αναδύεται μόνο μέσα από ελάχιστα θραύσματα αναμνήσεων της κόρης αλλά και με εικόνες που αποπνέουν μουσική και ένα είδος τυχοδιωκτισμού, η έλξη που ασκεί εν τέλει το ταξίδι και η περιπέτεια συνθέτουν μοναδικούς, ασυνήθιστους χαρακτήρες. Οι χαρακτήρες, η απροσδόκητη πλοκή, η μη τυποποίηση στις K Rundellσυνήθεις θεματικές των σύγχρονων βιβλίων για παιδιά, η άγρια ομορφιά των εικόνων επάνω σε στέγες αλλά και μέσα σε ακατάστατα νοικοκυριά αποδίδονται με μια άρτια μεταφραστικά γλώσσα από την Αργυρώ Πιπίνη.

[Η Μένη Κανατσούλη είναι καθηγήτρια στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.]

 

Τα παιδιά στις στέγες
Κάθριν Ράντελ
μετάφραση: Αργυρώ Πιπίνη
Εκδόσεις Πατάκη
284 σελ.
ISBN 978-960-16-8730-8
Τιμή €12,20
001 patakis eshop

Η Μένη Κανατσούλη είναι καθηγήτρια Παιδικής Λογοτεχνίας στο ΑΠΘ.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο