Robert Bryndza: «Το πέπλο της νύχτας»



Ο Βρετανός συγγραφέας Ρόμπερτ Μπρίντζα συστήθηκε στο ελληνικό κοινό με το πρώτο του αστυνομικό μυθιστόρημα, Κορίτσι στον πάγο, που κυκλοφόρησε πρόπερσι στη χώρα μας από τις Εκδόσεις Κλειδάριθμος, μεταφρασμένο από την Καίτη Αλεξανδρή. Η κεντρική του ηρωίδα, η Σλοβάκα υπαστυνόμος Έρικα Φόστερ, μια δυναμική αλλά βασανισμένη γυναίκα με πάθος για τη δουλειά της όσο και για την απόδοση της δικαιοσύνης, έδειξε εντυπωσιακά την ικανότητά της να εξιχνιάζει ακόμα και υποθέσεις που η λύση τους φάνταζε αδύνατη. Στο δεύτερο βιβλίο της σειράς με την ίδια πρωταγωνίστρια, και με τον τίτλο Το πέπλο της νύχτας, που βγήκε πέρσι επίσης από τον Κλειδάριθμο σε μετάφραση Χρήστου Μπαρουξή, η Έρικα αναλαμβάνει γι’ άλλη μια φορά να βρει έναν αδίστακτο δολοφόνο που φροντίζει να καλύπτει σχολαστικά τα ίχνη του – σε βαθμό, μάλιστα, ώστε έχει κατορθώσει να παραπλανήσει παντελώς τους διώκτες του. Ως πότε όμως θα μπορεί να ξεγλιστρά – ιδίως απ’ τη στιγμή που θα βρεθεί αντιμέτωπος με την ερευνητική δεινότητα και (κυρίως) το αμετακίνητο πείσμα της Έρικα Φόστερ;

Όπως στο Κορίτσι στον πάγο, έτσι κι εδώ ο Μπρίντζα παίζει απροκάλυπτα και αμεταμέλητα με τους κοινούς τόπους της αστυνομικής (και όχι μόνο) λογοτεχνίας, επιστρατεύοντας και συγχρόνως αναποδογυρίζοντάς τους με ταχυδακτυλουργική μαστοριά. Η Έρικα είναι μεν αντισυμβατική, μα όχι με τον σχεδόν ψυχοπαθολογικό τρόπο ο οποίος –ειρωνικά– έχει πλέον γίνει κι αυτός κλισέ, στον αγώνα των συγγραφέων να πλάσουν χαρακτήρες όσο γίνεται πιο πρωτότυπους και ενδιαφέροντες. Δεν είναι αλκοολική, ούτε εθισμένη σε ψυχοφάρμακα, ούτε οριακά σχιζοφρενής, ούτε βιτσιόζα. Είναι μια βαρυπενθούσα χήρα που πέφτει με τα μούτρα στο κυνήγι των δολοφόνων για να ξεχνάει, εν μέρει, τον πόνο της, κι η ιδιότυπη αυτή εργασιοθεραπεία φέρνει θεαματικά αποτελέσματα – αν όχι στην ψυχολογία της, πάντως σίγουρα στη δουλειά της. Πιο ανθρώπινη στη δεύτερη αυτή ιστορία της, λιγότερο καταβεβλημένη και αλλοτριωμένη συναισθηματικά απ’ το πένθος –γιατί έχουν περάσει κιόλας δυο χρόνια απ’ την απώλεια του συζύγου της–, η Έρικα πασχίζει να βρει και πάλι τον ρυθμό της, να θυμηθεί πώς είναι να κάνεις παρέα με φίλους, να ασχολείσαι με πράγματα που αγαπάς, ακόμα και να ερωτεύεσαι ξανά. Έλα, όμως, που και να θέλει ν’ αγιάσει, οι περιστάσεις δεν την αφήνουν…

Τρία εγκλήματα μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, με θύματα άντρες μέσης ηλικίας οι οποίοι βρίσκονται στραγγαλισμένοι με παρόμοιο, άκρως σαδιστικό τρόπο, υποδεικνύουν μεν έναν πιθανό κοινό αυτουργό, αλλά τα επιμέρους στοιχεία δεν πολυταιριάζουν, δεν συνδυάζονται ικανοποιητικά ούτε βγάζουν νόημα. Η Έρικα είναι εξαρχής πεπεισμένη ότι σε όλες τις περιπτώσεις πρόκειται για τον ίδιο κατά συρροήν δολοφόνο, ενώ αμφισβητεί την εκδοχή του σεξουαλικού κινήτρου που αβασάνιστα υιοθέτησαν οι συνάδελφοί της – αλλά αφενός δυσκολεύεται να το αποδείξει ατράνταχτα και αφετέρου σκοντάφτει διαρκώς σε διαδικαστικές τυπικότητες, καθώς και στη βιασύνη του ανωτέρου της να την απομακρύνει απ’ τη συγκεκριμένη έρευνα, παίρνοντάς της, τελικά, την υπόθεση μέσα απ’ τα χέρια.

Παράλληλα, βλέπουμε να ξετυλίγονται αποσπασματικά και άλλες ιστορίες: η αινιγματική διαδικτυακή επικοινωνία δυο προσώπων με τα ψευδώνυμα «Νυχτοπούλι» και «Ντιουκ» (Δούκας), η παράδοξη σχέση μάνας/κόρης που έχει αναπτύξει η αλαφροΐσκιωτη νοσοκόμα Σιμόν με μια κατάκοιτη ηλικιωμένη ασθενή, η φιλία ανάμεσα στην Έρικα και τον ιατροδικαστή Άιζακ Στρονγκ, ο οποίος έχει μόλις αναθερμάνει τον δεσμό του μ’ έναν ιδιόρρυθμο συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων, η επιχείρηση για την εξάρθρωση ενός δικτύου διακίνησης παιδικής πορνογραφίας, που κατά σύμπτωση διασταυρώνεται με τις υποθέσεις των φόνων και, τέλος, η δειλή εμφάνιση κάποιων σκιρτημάτων μεταξύ της Έρικα κι ενός από τους στενούς συνεργάτες της, του ανθυπαστυνόμου Πίτερσον (τον οποίο γνωρίσαμε στο προηγούμενο βιβλίο). Στην πορεία, οι πολλαπλές αφηγηματικές γραμμές θα αρχίσουν να διαπλέκονται μέσα από σκόρπιες νύξεις που βαθμιαία γίνονται πιο πυκνές και ξεκάθαρες, ώσπου να φτάσουν στο καίριο, εκρηκτικό και αιματηρό σημείο τομής τους.

Μια άλλη, ευπρόσδεκτη «ιδεολογική» παρέμβαση του Μπρίντζα είναι η ρεαλιστική, απογυμνωμένη από τον συνήθη ρομαντισμό (ή την ακραία αρνητικότητα), ματιά του στο επάγγελμα του αστυνομικού.

Καθώς ο αιώνας μας συμπληρώνει ήδη το ένα πέμπτο της διάρκειάς του, είναι φυσικό (και αναπόφευκτο) οι αστυνομικές έρευνες να βασίζουν σημαντικό μέρος της διεκπεραίωσής τους στην τεχνολογική πρόοδο, στην τηλεόραση, στο διαδίκτυο και τη δυνατότητα ψηφιακής επεξεργασίας, φύλαξης και διασταύρωσης των στοιχείων τους, όπως και στην αλληλεπίδραση με τους άμεσους ή έμμεσους συντελεστές (υπόπτους ή/και ενόχους) μιας υπόθεσης. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στα μέσα ενημέρωσης, αλλά και στην απλή καθημερινότητα των πολιτών. Τώρα πια, ένας τόπος εγκλήματος είναι θέμα δευτερολέπτων να γίνει όχι μονάχα είδηση σε πλήθος δημοσιογραφικών ιστοσελίδων, μα και «αξιοθέατο» στα κοινωνικά δίκτυα, προς μεγάλη τέρψη του αδηφάγου κοινού και αλίευση των πολυπόθητων «likes». Όλα αυτά, ο συγγραφέας –που ως γνήσιο παιδί της εποχής του (μας), έχει μάθει από πρώτο χέρι τα τερτίπια της–, δεν παραλείπει να τα σχολιάσει με υπόγειο όσο και τσουχτερό χιούμορ και μια γερή δόση αυτοσαρκασμού, ενώ στο τέλος κάθε βιβλίου του καλεί τους αναγνώστες να επικοινωνήσουν απευθείας μαζί του μέσω της κοινωνικής δικτύωσης (αποκαλύπτοντας, επιπλέον, πως λαβαίνει ενίοτε υπόψη τις παρατηρήσεις τους).

Μια άλλη, ευπρόσδεκτη «ιδεολογική» παρέμβαση του Μπρίντζα είναι η ρεαλιστική, απογυμνωμένη από τον συνήθη ρομαντισμό (ή την ακραία αρνητικότητα), ματιά του στο επάγγελμα του αστυνομικού. Οι εκπρόσωποι και εφαρμοστές της έννομης τάξης είναι κι αυτοί σκληρά εργαζόμενοι, συχνά κακοπληρωμένοι άνθρωποι, με τις συνδικαλιστικές τους διεκδικήσεις, τις παρασκηνιακές ίντριγκες και τις προσωπικές τους επιδιώξεις. Η ίδια του η πρωταγωνίστρια επιθυμεί διακαώς –και δικαιούται– να προαχθεί σε αστυνόμο β’, μα οι μηχανεύσεις ακόμα πιο φιλόδοξων συναδέλφων της και το δικό της κακό ελάττωμα να απειθαρχεί στις εντολές των ανωτέρων της στέκονται εμπόδιο στην επαγγελματική της ανέλιξη. Απ’ την άλλη, βέβαια, δεν παύει και να βλέπει τη δουλειά της ως λειτούργημα, το οποίο δεν διστάζει να υπηρετήσει με αμείωτο, αδιαπραγμάτευτο ζήλο, εις βάρος του ατομικού της συμφέροντος.

Ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου είναι The Night Stalker – το κωδικό προσωνύμιο που έχουν δώσει στον δολοφόνο τα μέσα ενημέρωσης και η αστυνομία, και το οποίο αποδόθηκε ωραία στα ελληνικά ως «Κυνηγός της Νύχτας» (η R Bryndzaλέξη stalker, δηλαδή κάποιος που παρακολουθεί εμμονικά και με κακούς, κατά κανόνα, σκοπούς ένα άλλο άτομο, δεν μεταφράζεται μονολεκτικά στη γλώσσα μας). Επίσης, πολύ σωστά και έξυπνα, ο ελληνικός τίτλος αποφεύγει μια παγίδα που θα μπορούσε να κάνει χαλάστρα (spoiler) σ’ ένα απ’ τα κεντρικά τεχνάσματα της πλοκής. Προσεγμένη και ζωντανή, η μετάφραση του Χρήστου Μπαρουξή αναδεικνύει τις λογοτεχνικές αρετές και τη σπιρτόζα, παιχνιδιάρικη ευφυΐα του κειμένου, το οποίο δεν είναι, στην ουσία, παρά μια ηθελημένα σοβαροφανής σάτιρα –πάντα, ωστόσο, με έκδηλη αγάπη, σεβασμό και βαθιά, αφομοιωμένη γνώση– του είδους στο οποίο εντάσσεται.

 

Το πέπλο της νύχτας
Robert Bryndza
μετάφραση: Χρήστος Μπαρουξής
Κλειδάριθμος
σ. 440
ISBN: 978-960-461-962-7
Τιμή: 16,60€
001 patakis eshop

Η Μάριον Χωρεάνθη είναι συγγραφέας, κριτικός, εικαστικός, μουσικός και προγραμματίστρια Η/Υ.

Άλλα κείμενα:

 





Source link

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο